Ο παγκόσμιος ρυθμός απεξάρτησης από τον άνθρακα διπλασιάστηκε το 2014, όμως οι κίνδυνοι που σχετίζονται με το ρυθμιστικό πλαίσιο ως αποτέλεσμα μιας συμφωνίας για το κλίμα είναι υπαρκτοί για τις επιχειρήσεις
-Η ετήσια ανάλυση της PwC διαπιστώνει τη μεγαλύτερη μείωση ανθρακικών εκπομπών από το 2000
-Παρά τους φιλόδοξους εθνικούς στόχους μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η ανάλυση προειδοποιεί ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το κόστος και το ρυθμιστικό πλαίσιο που σχετίζεται με τον άνθρακα στις επιχειρηματικές τους αποφάσεις, με τους κλάδους ενέργειας, μεταφορών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών να επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό.
-Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην κορυφή του δείκτη των G20 με ετήσια μείωση της τάξης του 10,9%
Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της PwC για τις χώρες της ομάδας G20, τα στοιχεία θέλουν το 2014 να αποτελεί σημείο καμπής για τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου όσον αφορά τη μείωση των ανθρακικών εκπομπών ανά μονάδα ΑΕΠ.
Η έβδομη ετήσια ανάλυση της PwC για τις οικονομίες με τις χαμηλότερες ανθρακικές εκπομπές Low Carbon Economy Index μοντελοποιεί τον βαθμό εξάρτησης των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου από τον άνθρακα, δηλαδή τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που σχετίζονται με την παραγωγή ενέργειας ανά εκατομμύρια δολάρια ΑΕΠ. Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, ο βαθμός εξάρτησης από τον άνθρακα μειώθηκε κατά 2,7% το 2014, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μείωση που έχει επιτευχθεί στα επτά χρόνια που εκπονείται η εν λόγω ανάλυση. Η παγκόσμια ανάπτυξη που σημειώθηκε το 2014 ποσοστού 3,2% επετεύχθη με μόνο 0,5% αύξηση των εκπομπών που συνδέονται με την παραγωγή ενέργειας.
Η κατάργηση της σύνδεσης μεταξύ εκπομπών και οικονομικής ανάπτυξης –ή αλλιώς η «αποσύνδεση»– είναι αναγκαία εάν θέλουμε να αποτρέψουμε τις χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Λίγο πριν τη συνάντηση των κυβερνήσεων στο Παρίσι για να συμφωνήσουν με ποιον τρόπο θα αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή, η ανάλυση εντοπίζει θετικά σημάδια «αποσύνδεσης».
-Το 2014 είναι η πρώτη χρονιά που περισσότερες από μια χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία καθώς και η ΕΕ συνολικά) πέτυχαν ρυθμό απεξάρτησης από τον άνθρακα από 6,3% και πάνω, ρυθμός που απαιτείται σε παγκόσμιο επίπεδο για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 2 βαθμούς.
-Το Ηνωμένο Βασίλειο έσπασε ρεκόρ επιτυγχάνοντας μείωση της εξάρτησης από τον άνθρακα 10,9% –αποτέλεσμα μιας ισχυρής οικονομίας, της μείωσης της χρήσης άνθρακα και του σχετικά ζεστού χειμώνα. Η Κίνα, η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές παγκοσμίως, σημείωσε τις καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών εκτός ΕΕ, με ρυθμό απεξάρτησης από τον άνθρακα 6%. Η Αυστραλία έχει πέσει από την κορυφή, παρ’ όλα αυτά σημείωσε ρυθμό απεξάρτησης από τον άνθρακα 4,7%.
-Την ίδια στιγμή, η χρήση άνθρακα αυξήθηκε σε πέντε χώρες: Νότια Αφρική, Ινδία, Βραζιλία, Σαουδική Αραβία και Τουρκία.
Ο Leo Johnson, partner της PwC στον τομέα Αειφορίας και Κλιματικής Αλλαγής (Sustainability and Climate Change), σχολιάζει:
«Αυτό που βλέπουμε είναι τα πρώτα δείγματα αποσύνδεσης της ανάπτυξης από τον άνθρακα. Οι τάσεις που επικρατούν στην Κίνα όσον αφορά τις εκπομπές φαίνεται να κάνουν στροφή με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να σημειώνουν άνοδο. Όμως, έχουμε ακόμη δρόμο μπροστά μας. Ούτε και οι υποσχέσεις του Παρισιού θα μας φέρουν στον στόχο. Το πραγματικό σημείο καμπής θα είναι εκείνο στο οποίο το κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα εξισωθεί με το κόστος των ορυκτών καυσίμων».
Παρά την πρόοδο που έχουν επιτύχει κάποιες χώρες, σε παγκόσμιο επίπεδο ο στόχος μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ανά μονάδα ΑΕΠ έχει χαθεί για έβδομη συνεχή χρονιά. Για να περιοριστεί η μέση αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 2°C απαιτείται ταχεία και βιώσιμη απεξάρτηση από τον άνθρακα ίση με περίπου 6,3% ετησίως.
Στην πορεία προς το Παρίσι, οι κυβερνήσεις έχουν υποβάλει στόχους και σχέδια για το πώς σκοπεύουν να αντιμετωπίσουν τις εκπομπές. Αυτοί οι στόχοι, που είναι γνωστοί ως εθνικά καθορισμένες προθέσεις συνεισφοράς (INDC), παρουσιάζουν έναν ετήσιο παγκόσμιο μέσο δείκτη απεξάρτησης από τον άνθρακα ίσο με 3% – που είναι υπερδιπλάσιος από τον τυπικό ρυθμό σε σχέση με το 2000. Αυτά τα εθνικά σχέδια αναμένεται να πυροδοτήσουν αλλαγές στους κλάδους της ενέργειας, των μεταφορών και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Σε πολλές χώρες το ρυθμιστικό πλαίσιο για τον άνθρακα αποτελεί τη σημαντικότερη προτεραιότητα, ενώ θέτουν στόχους και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα αυτοκίνητα με χαμηλές εκπομπές ρύπων. Για την επίτευξη αυτών των στόχων θα χρειαστεί σημαντική στροφή των επενδύσεων και ανάπτυξη μιας πιο καθαρής τεχνολογίας χρήσης του άνθρακα όπως είναι η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Ο κλάδος χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα χρειαστεί να κινητοποιήσει τους επενδυτές και να δημιουργήσει νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα για τη χρηματοδότηση και την ασφάλιση αυτών των έργων. Ο κλάδος αυτοκίνησης θα μπορούσε να περιμένει κρατική υποστήριξη για τη δημιουργία της επόμενης γενιάς αυτοκινήτων χαμηλών ή μηδενικών εκπομπών ρύπων σε χώρες όπως είναι η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ή να αντιμετωπίσει ακόμη πιο αυστηρούς στόχους αποδοτικότητας των καυσίμων σε κάποιες άλλες.
Ο Jonathan Grant, director της PwC στον τομέα Αειφορίας και Κλιματικής Αλλαγής (Sustainability and Climate Change), σχολιάζει:
«Ο βαθμός δέσμευσης των διευθύνοντων συμβούλων στις συνομιλίες που θα πραγματοποιηθούν στο Παρίσι ποικίλει, όμως εάν πρέπει να εστιάσουν σε κάτι, αυτό είναι τα εθνικά σχέδια που τίθενται στο τραπέζι κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για το Παρίσι. Οι στόχοι του Παρισιού πρόκειται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα εθνικά ρυθμιστικά πλαίσια, τις επενδύσεις και τα επιχειρηματικά σχέδια. Δίνεται μεγάλη έμφαση στους στόχους, ενώ λείπει το ενδιαφέρον για την προσέλκυση των επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη αυτών των στόχων».
Παρ’ όλο που στην ανάλυση χαρακτηρίζονται ως θετικό βήμα προς την απεξάρτηση από τον άνθρακα, οι στόχοι του Παρισιού, εάν επιτευχθούν, θα περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 3°C έως το τέλος του αιώνα.
Ο Jonathan Grant προσθέτει:
«Μολονότι αποτελούν σημαντικό βήμα, οι στόχοι του Παρισιού δεν πιάνουν τον στόχο των 2°C, συνεπώς η συμφωνία του Παρισιού θα χρειαστεί μια διαδικασία αναθεώρησης των εθνικών επιδόσεων και θα πρέπει να αυξήσει τις μελλοντικές προσδοκίες».

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.