«Το έθνος να λυπάστε αν φοράει ρούχο που δεν το ύφανε. Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ’ τη σοδειά του. Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του». Τα λόγια αυτά ανήκουν στον γνωστό Λιβανοαμερικανό ποιητή και φιλόσοφο Χαλίλ Γκιμπράν και δε θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την κατάσταση στην ελληνική οικονομία, όπως έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Σε μία χώρα, όπως την Ελλάδα, με τη συντριπτική πλειοψηφία των προϊόντων της να είναι εισαγόμενα, κάτω από τις υπάρχουσες δραματικές ποιλικοοικονομικές συνθήκες, η κατάσταση στην αγορά δείχνει να έχει χτυπήσει «κόκκινο». Όπως τονίζουν ελεύθεροι επαγγελματίες, εξαιτίας των μέτρων ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων (capital controls) και του ορίου τραπεζικής ανάληψης των 60 ευρώ ημερησίως, στη χώρα μας έχουν «παγώσει» τελείως οι εισαγωγές κι οι εξαγωγές.
Με πολλούς ειδικούς να υποστηρίζουν ότι η οικονομία μιας χώρας είναι κι ο καθρέφτης της κοινωνίας της, οι πρωτόγνωρες συνθήκες που ζούμε, καθώς γράφεται η σύγχρονη ελληνική ιστορία, δείχνουν ότι, ακόμη κι αν αύριο ανοίξουν κανονικά οι τράπεζες, η αγορά θα χρειαστεί πολλούς μήνες για να ξανασταθεί στα πόδια της. Ήδη, διάφορες μικρές βιομηχανίες αρχίζουν να μη διαθέτουν τις πρώτες ύλες, που χρειάζονται, για να λειτουργήσουν.
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), οι οποίες με δυσκολία τα έβγαζαν πέρα πριν την επιβολή των capital controls, αισθάνονται τη «θηλιά» στο λαιμό τους να τις πνίγει, καθώς τα χρέη προς ενοίκια, προμηθευτές, εφορία κι ασφαλιστικά ταμεία συσσωρεύονται και θα πρέπει να τα διευθετήσουν όλα με το που επανέλθουν η χώρα και το τραπεζικό σύστημα σε ομαλή λειτουργία.
Την ίδια ώρα, ενώ η αγορά έχει στερεύσει από ρευστότητα, εκατοντάδες επιχειρήσεις, που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν λάβει επιταγές που έληγαν μέσα στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι τράπεζες παραμένουν κλειστές ή και που… έψαχναν ευκαιρία να απαλλαγούν από το προσωπικό τους, στέλνουν τους εργαζομένους τους σε αναγκαστική άδεια με ή χωρίς χρονικό περιθώριο για την επιστροφή των υπαλλήλων τους στη θέση τους. Ο κόσμος, από την άλλη, με το πλαφόν των 60 ευρώ ημερησίως (που στις περισσότερες των περισσότερων είναι 50 ευρώ) κινείται ως επί το πλείστον σε αγορές που έχουν να κάνουν με τη διατροφή, τη διαβίωση και την κίνηση. Κάνοντας κανείς μία απλή βόλτα στο κέντρο της Αθήνας θα παρατηρήσει πως η αγορά δεν κινείται σχεδόν καθόλου, ενώ -αν και καθημερινή- θα αισθανθεί σα να είναι Κυριακή.
Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.