search icon

Επιχειρήσεις

Τρόφιμα: Το ελληνικό στοίχημα για τις εξαγωγές μετά το ρεκόρ των 10 δισ. ευρώ

Στόχος, να καταφέρει η Ελλάδα να διευρύνει την παρουσία της σε νέες αγορές, νέα προϊόντα και νέους διαύλους - Πιέσεις από δασμούς στις ΗΠΑ, ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες σε Mercosur και Ινδία - Τι αποκαλύπτει η ποιοτική ανάλυση των επιδόσεων του 2025 από τον ΣΕΒΕ

ΑΠΕ - ΜΠΕ

Υψηλότερο πήχη από το περσινό ρεκόρ βάζουν οι Ελληνες εξαγωγείς τροφίμων, σε μια περίοδο όπου το διεθνές εμπόριο κινείται σε αχαρτογράφητα νερά. Οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι πιέσεις από τις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ και οι ανακατατάξεις στο παγκόσμιο εμπόριο συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας ακόμη και για αγορές στις οποίες οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει επί χρόνια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του ΣΕΒΕ, που δημοσιοποιεί σήμερα το «business stories», αποτυπώνει με σαφήνεια τόσο τη δυναμική όσο και τις ανισορροπίες του ελληνικού εξαγωγικού μοντέλου: από τη συγκέντρωση σε λίγες αγορές και προϊόντα έως τη γεωγραφική εστίαση της παραγωγής σε συγκεκριμένες περιφέρειες.

Με εξαγωγές τροφίμων και ποτών που ξεπερνούν τα 10 δισ. ευρώ, με αιχμή τα φρούτα, τα γαλακτοκομικά και τα προϊόντα ελιάς και με βασικούς προορισμούς την Ιταλία (1,767 δισ. ευρώ), τη Γερμανία (1,343 δισ. ευρώ) και τις ΗΠΑ (709 εκατ. ευρώ), η Ελλάδα έχει διαμορφώσει ένα ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται, αλλά με ποιον τρόπο: αν θα παραμείνει σε ένα μοντέλο που στηρίζεται σε λίγους πυλώνες ή αν θα καταφέρει να διευρύνει την παρουσία της σε νέες αγορές, νέα προϊόντα και νέους διαύλους. Γιατί η επόμενη μέρα των εξαγωγών δεν θα κριθεί από τα ρεκόρ, αλλά από το πόσο ανθεκτικό και διευρυμένο θα είναι το μοντέλο που τα παράγει.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για αναζήτηση νέων αγορών αποκτά πλέον χαρακτηριστικά στρατηγικής επιλογής. «Χάσαμε τη Ρωσία, στις ΗΠΑ μπήκαν δασμοί, στη Μέση Ανατολή υπάρχει αστάθεια. Είναι μονόδρομος να βρούμε νέες αγορές στην Ασία», σημειώνει ο οινοποιός Ευάγγελος Γεροβασιλείου (Κτήμα Γεροβασιλείου, Βιβλία Χώρα), αποτυπώνοντας τη μετατόπιση που ήδη συντελείται στον κλάδο.

Ο πραγματικός χάρτης

Η ανάλυση του ΣΕΒΕ αποτυπώνει με ακρίβεια τη δομή των ελληνικών εξαγωγών τροφίμων τόσο σε επίπεδο προϊόντων όσο και αγορών, αναδεικνύοντας τη συγκέντρωση αλλά και τα ισχυρά χαρτιά του κλάδου.

Σε επίπεδο προϊόντων, τρεις κατηγορίες συγκεντρώνουν σχεδόν το ήμισυ των εξαγωγών. Οι καρποί και τα φρούτα βρίσκονται στην πρώτη θέση με 1,804 δισ. ευρώ και μερίδιο 17,7%, ενώ ακολουθούν τα παρασκευάσματα λαχανικών και φρούτων με 1,775 δισ. ευρώ (17,4%) και τα γαλακτοκομικά με 1,737 δισ. ευρώ (17,0%). Ισχυρή παρουσία καταγράφουν επίσης τα ψάρια με 1,170 δισ. ευρώ (11,5%) και τα λίπη και έλαια με 1,095 δισ. ευρώ (10,7%), ενώ ακολουθούν τα προϊόντα δημητριακών με 651 εκατ. ευρώ (6,4%), τα ποτά με 391 εκατ. ευρώ (3,8%), τα λοιπά τρόφιμα με 381 εκατ. ευρώ (3,7%), τα λαχανικά με 365 εκατ. ευρώ (3,6%) και τα δημητριακά με 251 εκατ. ευρώ (2,5%).

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια εξαγωγική βάση με σαφή βαρύτητα σε συγκεκριμένες κατηγορίες και αγορές.

Σε επίπεδο αγορών, η εικόνα είναι εξίσου συγκεντρωμένη. Η Ιταλία αποτελεί τον μεγαλύτερο προορισμό με 1,767 δισ. ευρώ και μερίδιο 17,3%, ενώ ακολουθεί η Γερμανία με 1,343 δισ. ευρώ (13,2%). Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στην τρίτη θέση με 709 εκατ. ευρώ (6,9%), ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο ακολουθεί με 638 εκατ. ευρώ (6,3%) και η Κύπρος με 581 εκατ. ευρώ (5,7%). Στη συνέχεια, η Βουλγαρία και η Ρουμανία καταγράφουν 530 εκατ. ευρώ (5,2%) και 522 εκατ. ευρώ (5,1%) αντίστοιχα, ενώ ακολουθούν η Ισπανία με 442 εκατ. ευρώ (4,3%), η Γαλλία με 427 εκατ. ευρώ (4,2%) και η Πολωνία με 355 εκατ. ευρώ (3,5%). Συνολικά, οι λοιπές αγορές συγκεντρώνουν 2,891 δισ. ευρώ (28,3%), γεγονός που δείχνει ότι, παρά τη συγκέντρωση, υπάρχει μια ευρύτερη διασπορά μικρότερων προορισμών.

Τα προϊόντα

Η πιο αναλυτική αποτύπωση της έρευνας δείχνει ποια συγκεκριμένα προϊόντα σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της ελληνικής εξαγωγικής δραστηριότητας. Στην κορυφή βρίσκονται οι ελιές, με εξαγωγές 866,5 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στο ελληνικό αγροδιατροφικό καλάθι.

Ακολουθούν η φέτα με 842,5 εκατ. ευρώ και το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο με 835,1 εκατ. ευρώ, διαμορφώνοντας μια τριάδα προϊόντων που από μόνη της προσεγγίζει τα 2,5 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια, καταγράφεται ισχυρή παρουσία της μεταποίησης, με την κομπόστα και το γιαούρτι να διαμορφώνονται αμφότερα στα 551,1 εκατ. ευρώ, ενώ τα λαβράκια ακολουθούν με 398,0 εκατ. ευρώ. Σημαντικό ρόλο διατηρούν και τα φρούτα, με το νωπό ακτινίδιο στα 379,4 εκατ. ευρώ, τις νωπές φράουλες στα 359,7 εκατ. ευρώ και τα ροδάκινα κομπόστα στα 332,2 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα τόσο της πρωτογενούς παραγωγής όσο και της μεταποίησης.

Ακολουθούν προϊόντα μεσαίας κατηγορίας αξίας, όπως τα μείγματα χυμών (236,6 εκατ. ευρώ), τα παρασκευάσματα τροφίμων (187,2 εκατ. ευρώ) και τα νωπά πορτοκάλια (147,3 εκατ. ευρώ), ενώ στην ίδια ζώνη κινούνται το σιτάρι (145,4 εκατ. ευρώ) και το ελαιόλαδο σε άλλες κατηγορίες (145,4 εκατ. ευρώ).
Χαμηλότερα στη λίστα βρίσκονται προϊόντα όπως τα αρτοσκευάσματα (99,9 εκατ. ευρώ), τα καπνοβιομηχανικά (97,5 εκατ. ευρώ), το κρασί (96,4 εκατ. ευρώ), οι νωπές μπανάνες (85,1 εκατ. ευρώ), τα νωπά αγγούρια (73,6 εκατ. ευρώ) και τα ζυμαρικά (71,8 εκατ. ευρώ), τα οποία συμπληρώνουν το εξαγωγικό προφίλ της χώρας.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι το ελληνικό εξαγωγικό μοντέλο στηρίζεται σε έναν πυρήνα ισχυρών προϊόντων με υψηλή αναγνωρισιμότητα και σταθερή ζήτηση, γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται μια ευρύτερη αλλά σαφώς μικρότερης κλίμακας γκάμα προϊόντων.

Τι αγοράζουν οι «μεγάλοι» πελάτες

Η ανάλυση του ΣΕΒΕ επιτρέπει μια ακόμη πιο στοχευμένη ανάγνωση των εξαγωγών, αποκαλύπτοντας ποια προϊόντα κυριαρχούν σε κάθε βασική αγορά.

Στην Ιταλία, το μεγαλύτερο μερίδιο καταλαμβάνει το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο με 449,9 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθούν το γιαούρτι με 218,9 εκατ. ευρώ, το λαβράκι με 131,7 εκατ. ευρώ, η φέτα με 121,6 εκατ. ευρώ και η τσιπούρα με 114,6 εκατ. ευρώ.

Στη Γερμανία, κυριαρχεί η φέτα με 218,7 εκατ. ευρώ, ενώ σημαντική είναι η παρουσία του εξαιρετικά παρθένου ελαιόλαδου (95,8 εκατ. ευρώ), των ελιών (92,9 εκατ. ευρώ), των φραουλών (81,5 εκατ. ευρώ) και των παρασκευασμάτων δημητριακών (54,3 εκατ. ευρώ).

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, την πρώτη θέση καταλαμβάνουν οι ελιές με 200 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθούν τα ροδάκινα κομπόστα (81,1 εκατ. ευρώ), το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο (62,1 εκατ. ευρώ), η φέτα (58,9 εκατ. ευρώ) και τα ακτινίδια (47,3 εκατ. ευρώ).

Στο Ηνωμένο Βασίλειο κυριαρχεί το γιαούρτι με 150,2 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθούν η φέτα (96,2 εκατ. ευρώ), οι ελιές (50,1 εκατ. ευρώ), τα ροδάκινα κομπόστα (26,5 εκατ. ευρώ) και το ελαιόλαδο (23,6 εκατ. ευρώ).

Τέλος, στην Κύπρο η εικόνα διαφοροποιείται, με μεγαλύτερη διασπορά προϊόντων και την πρώτη θέση να καταλαμβάνει το νερό με 31,3 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθούν ο καβουρδισμένος καφές (18,6 εκατ. ευρώ), τα εκχυλίσματα καφέ (12,6 εκατ. ευρώ), τα παρασκευάσματα διατροφής (12,3 εκατ. ευρώ) και η φέτα (10,9 εκατ. ευρώ).

Το μοντέλο και τα όριά του

Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης: το ελληνικό εξαγωγικό μοντέλο είναι αποτελεσματικό, αλλά ταυτόχρονα έντονα συγκεντρωμένο. Η εξάρτηση από συγκεκριμένες ευρωπαϊκές αγορές και από έναν περιορισμένο αριθμό προϊόντων σημαίνει ότι κάθε μεταβολή στο διεθνές εμπόριο -είτε αφορά δασμούς, είτε ζήτηση, είτε εφοδιαστικές αλυσίδες- μεταφέρεται σχεδόν άμεσα στο σύνολο της εξαγωγικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, η επιτυχία του μοντέλου είναι και η βασική του αδυναμία.

Νέες αγορές και νέοι δίαυλοι

Σε αυτό το περιβάλλον, η αναζήτηση νέων αγορών μετατρέπεται σταδιακά σε στρατηγική αναγκαιότητα για τον αγροδιατροφικό τομέα. Η εικόνα των ελληνικών εξαγωγών εκτός Ευρώπης αναδεικνύει τόσο τις ευκαιρίες όσο και τις αντιφάσεις του μοντέλου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μία από τις σημαντικότερες αγορές για τα ελληνικά τρόφιμα, η παρουσία της Ελλάδας παραμένει ισχυρή, αλλά πλέον δοκιμάζεται από τις νέες εμπορικές συνθήκες. Από το 2026 επιβάλλεται πρόσθετος δασμός 10% σε βασικά ελληνικά προϊόντα, ενώ σε ορισμένες κατηγορίες οι επιβαρύνσεις παραμένουν υψηλές: στις ελιές έως 10,1%, στα ροδάκινα κομπόστα 16%-17% και στο ελαιόλαδο έως 5 ευρώ/κιλό. Οι επιβαρύνσεις αυτές επηρεάζουν προϊόντα στα οποία η Ελλάδα κατέχει ισχυρή θέση στις εξαγωγές της Ε.Ε., περιορίζοντας τη δυναμική τους σε μια αγορά που μέχρι πρότινος λειτουργούσε ως βασικός μοχλός ανάπτυξης.

Την ίδια στιγμή, σε αγορές με υψηλή αναπτυξιακή δυναμική η ελληνική παρουσία παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Στις χώρες της Mercosur, οι εξαγωγές τροφίμων διαμορφώνονται μόλις στα 35 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 29 εκατ. ευρώ αφορούν τα ακτινίδια. Κι όμως, η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τη Mercosur δημιουργεί μια διττή πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά προβλέπεται σημαντική μείωση, έως και πλήρης κατάργηση, των δασμών για μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών προϊόντων.

Από την άλλη, σε κρίσιμα ελληνικά προϊόντα, όπως η επιτραπέζια ελιά, οι δασμοί παραμένουν (9%-12,6%), την ώρα που προϊόντα από χώρες της Mercosur αποκτούν ευνοϊκότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Οπως επισημαίνει ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Κώστας Ζούκας, πρόκειται για μια εξέλιξη που δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού για έναν από τους πιο εξαγωγικούς κλάδους της χώρας, περιορίζοντας παράλληλα τη δυνατότητα διείσδυσης σε αγορές όπως η Βραζιλία.

Αντίστοιχα στην Ινδία, μια αγορά με τεράστιο πληθυσμό και αυξανόμενη κατανάλωση, οι ελληνικές εξαγωγές περιορίζονται μόλις στα 10,2 εκατ. ευρώ, παρά το γεγονός ότι σε αρκετά προϊόντα οι υφιστάμενοι δασμοί είναι εξαιρετικά υψηλοί: φτάνουν έως 30% για ελιές και ακτινίδια, έως 50% για το κρασί και ακόμη και 105% για προϊόντα όπως οι σταφίδες. Ετσι, η προοπτική μιας συμφωνίας Ε.Ε. – Ινδίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μείωση αυτών των δασμών θα μπορούσε να μεταβάλει δραστικά την πρόσβαση των ελληνικών προϊόντων σε μία από τις μεγαλύτερες αγορές παγκοσμίως.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι τοποθετήσεις του προέδρου της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ακτινιδίου Χρήστου Κολιού και του αντιπροέδρου της ΕΘΕΑΣ Χρήστου Γιαννακάκη, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι η αξιοποίηση των εμπορικών συμφωνιών αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διεύρυνση των εξαγωγών, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συντονισμένη στρατηγική διείσδυσης.

Πού παράγονται οι εξαγωγές

Η ανάλυση του ΣΕΒΕ αποτυπώνει και τη γεωγραφική κατανομή της εξαγωγικής δραστηριότητας εντός της χώρας, αναδεικνύοντας τις περιφέρειες που αποτελούν τους βασικούς πυρήνες του αγροδιατροφικού τομέα.

Η Κεντρική Μακεδονία κυριαρχεί με εξαγωγές 2,8 δισ. ευρώ και μερίδιο 30%, αποτελώντας μακράν την ισχυρότερη περιφερειακή βάση, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη συγκέντρωση παραγωγής φρούτων, μεταποίησης και εξαγωγικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα.

Ακολουθεί η Αττική με 2,014 δισ. ευρώ (21,6%), λειτουργώντας κυρίως ως κόμβος εμπορίας, μεταποίησης και logistics, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται η Θεσσαλία με 1,272 δισ. ευρώ (13,6%), επιβεβαιώνοντας τη σημασία της πρωτογενούς παραγωγής. Στη συνέχεια, η Πελοπόννησος καταγράφει εξαγωγές 820 εκατ. ευρώ (8,8%), ενώ η Δυτική Ελλάδα ακολουθεί με 648 εκατ. ευρώ (7,0%). Η Κρήτη και η Ηπειρος κινούνται σε επίπεδα 419 εκατ. ευρώ (4,5%) και 392 εκατ. ευρώ (4,2%) αντίστοιχα, ενώ η Στερεά Ελλάδα φτάνει τα 353 εκατ. ευρώ (3,8%) και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη τα 343 εκατ. ευρώ (3,7%). Σημαντικά χαμηλότερη είναι η συμμετοχή της Δυτικής Μακεδονίας (108 εκατ. ευρώ), των Ιονίων Νήσων (84 εκατ. ευρώ), του Βορείου Αιγαίου (56 εκατ. ευρώ) και του Νοτίου Αιγαίου (16 εκατ. ευρώ), γεγονός που αποτυπώνει την έντονη γεωγραφική συγκέντρωση της εξαγωγικής δραστηριότητας.

Διαβάστε ακόμη

Uni Systems: Πώς «θωρακίζεται» για τη μετά RRF εποχή – Τριπλάσιο το ανεκτέλεστο από τα έσοδα

«Μεγάλος αδελφός» για τσιγάρα και ποτά – Τι αλλάζει από 16 Απριλίου

Παγκόσμιος συναγερμός: Το πετρελαϊκό σοκ ξυπνά μνήμες της κρίσης του 1997

Για όλες τις υπόλοιπεςειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version