Ένα ιδιαίτερα ρευστό και αβέβαιο τοπίο για το μέλλον των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών διαβλέπει η Citigroup σε ανάλυση της, με αφορμή και τα όσα έχει δηλώσει το τελευταίο διάστημα ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυριζόμενος ότι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ.
Η τοποθέτηση αυτή, αν και πολιτική, έχει άμεσες οικονομικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις, καθώς θέτει υπό αμφισβήτηση τον πυρήνα της διατλαντικής ασφάλειας που διαμορφώθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μέχρι πρόσφατα, η Citi θεωρούσε σχεδόν δεδομένη τη συνέχιση της αμερικανικής συμμετοχής στη συμμαχία, εκτιμώντας ότι η σταδιακή αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών προϋπολογισμών θα λειτουργούσε κατευναστικά προς την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Τσαρλς Άρμιτατζ, η υπόθεση αυτή χάνει πλέον έδαφος, καθώς οι πολιτικοί κίνδυνοι εντείνονται και η στρατηγική κατεύθυνση των ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ο Άρμιτατζ καταλήγει σε τέσσερα πιθανά σενάρια για το πως θα διαμορφωθούν οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη, με βάση και τις εξελίξεις στο ΝΑΤΟ.
Στο πρώτο σενάριο που εξετάζει η Citi, η Ευρώπη καταφέρνει να διατηρήσει τη συνοχή της συμμαχίας, καθησυχάζοντας τις ΗΠΑ και διασφαλίζοντας τη συνέχιση της λειτουργίας του ΝΑΤΟ. Σε αυτή την περίπτωση, οι αμυντικές δαπάνες θα συνεχίσουν να αυξάνονται με σχετικά προβλέψιμο ρυθμό, ενισχύοντας τη συλλογική αποτρεπτική ισχύ. Παρ’ όλα αυτά, ο αναλυτής της αμερικανικής τράπεζας επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα σενάριο που πλέον «φαίνεται λιγότερο πιθανό», υποδηλώνοντας μια μετατόπιση της μέχρι πρότινος βασικής εκτίμησης της τράπεζας.
Το δεύτερο σενάριο, το οποίο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα, προβλέπει αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ και συνακόλουθη ανάγκη της Ευρώπης να αναλάβει πλήρως την ευθύνη της άμυνάς της.
Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα σε σημαντική επιτάχυνση των αμυντικών δαπανών, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες θα έπρεπε να καλύψουν το κενό ισχύος και να διατηρήσουν αξιόπιστη αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.
Ήδη, χώρες όπως η Γερμανία και η Σουηδία κινούνται προς επίπεδα δαπανών της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ έως το τέλος της δεκαετίας, γεγονός που πιθανότατα θα πιέσει και άλλες μεγάλες οικονομίες να ακολουθήσουν. Για τις αγορές, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις, καθώς οι επενδυτές θα προεξοφλήσουν αυξημένη ζήτηση για εξοπλισμούς, ενισχύοντας τις αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών αμυντικών εταιρειών.
Ωστόσο, η Citi δεν αποκλείει πιο δυσμενείς εξελίξεις. Στο τρίτο σενάριο, η αποχώρηση των ΗΠΑ δεν οδηγεί σε μια ισχυρότερη και πιο αυτόνομη Ευρώπη, αλλά αντίθετα σε κατακερματισμό. Πολιτικές διαφωνίες, εσωτερικές πιέσεις και δημοσιονομικοί περιορισμοί θα μπορούσαν να εμποδίσουν τη διαμόρφωση μιας κοινής αμυντικής στρατηγικής, αφήνοντας την ήπειρο εκτεθειμένη και χωρίς επαρκή συντονισμό. Σε αυτή την περίπτωση, η αύξηση των δαπανών δεν θα είναι ούτε δεδομένη ούτε αποτελεσματική.
Το τέταρτο και πιο σύνθετο σενάριο εστιάζει στη γεωπολιτική διάσταση της πληροφόρησης και της επιρροής. Μετά από μια ενδεχόμενη αποδυνάμωση ή κατάρρευση του ΝΑΤΟ, η Ρωσία θα μπορούσε να επιχειρήσει να επαναπροσδιορίσει το αφήγημα γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, παρουσιάζοντάς τον ως εσωτερική υπόθεση και προβάλλοντας τον εαυτό της ως δύναμη χωρίς περαιτέρω επεκτατικές βλέψεις στην Ευρώπη. Αν αυτή η στρατηγική συνοδευτεί από οικονομικά κίνητρα, όπως φθηνή ενέργεια, μια Ευρώπη που αντιμετωπίζει δημοσιονομικές πιέσεις και πολιτική κόπωση θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο δεκτική. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια σταδιακή αποκλιμάκωση των αμυντικών δαπανών.
Ο Άρμιτατζ υπογραμμίζει ότι τα δύο τελευταία σενάρια θεωρούνται προς το παρόν λιγότερο πιθανά, εντάσσονται όμως στην κατηγορία των κινδύνων με χαμηλή πιθανότητα αλλά υψηλό αντίκτυπο.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι όσο μειώνεται η πιθανότητα διατήρησης του υφιστάμενου status quo, τόσο αυξάνεται και η σημασία αυτών των εναλλακτικών εκβάσεων. Στο βάθος όλων των σεναρίων βρίσκεται ένα κοινό πρόβλημα: η χρηματοδότηση της άμυνας.
Η αύξηση των δαπανών προϋποθέτει δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, είτε μέσω υψηλότερης φορολογίας είτε μέσω περικοπών σε άλλους τομείς, είτε μέσω αύξησης του δημόσιου χρέους.
Συνολικά, το report της Citi αποτυπώνει μια Ευρώπη σε καμπή, όπου η εξέλιξη της σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα καθορίσει όχι μόνο τη στρατηγική ασφάλειας, αλλά και τις οικονομικές προτεραιότητες της επόμενης δεκαετίας.
Διαβάστε ακόμη
Πετρέλαιο: Σενάρια ακόμη και για $150 το βαρέλι – Η αγορά δεν έχει προεξοφλήσει το χειρότερο σενάριο
Τι περιλαμβάνουν τα μέτρα συνολικής στήριξης 300 εκατ. ευρώ για την ελληνική βιομηχανία
Jefferies για AI: Πιθανό peak επενδύσεων το 2026 εν μέσω αμφιβολιών για τις αποδόσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.