Η συζήτηση γύρω από την οικονομική ανισότητα στην Ευρώπη αποκτά ολοένα μεγαλύτερη ένταση, καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι ένα εξαιρετικά μικρό τμήμα του πληθυσμού εξακολουθεί να απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του συνολικού εισοδήματος. Παρότι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για το πλουσιότερο 0,1% διαμορφώνεται περίπου στο 4,5% του συνολικού εισοδήματος, η εικόνα μεταβάλλεται δραματικά από χώρα σε χώρα, αποκαλύπτοντας τις μεγάλες αποκλίσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ήπειρο.
Σε ορισμένα κράτη, το ανώτατο αυτό στρώμα —δηλαδή περίπου ένας στους χίλιους πολίτες— συγκεντρώνει πάνω από το 6% του συνολικού εισοδήματος, ενώ σε άλλες χώρες το ποσοστό κινείται αισθητά χαμηλότερα. Οι οικονομολόγοι συνδέουν τις διαφορές αυτές με τη δομή των φορολογικών συστημάτων, το εύρος της κοινωνικής αναδιανομής αλλά και τη δύναμη των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην αγορά εργασίας.
Οι χώρες με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση εισοδήματος
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 0,1% κυμαίνεται από 1,6% στην Ολλανδία έως και 10,2% στη Γεωργία, σε ένα σύνολο 35 χωρών που περιλαμβάνει κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρες της EFTA, υποψήφιες προς ένταξη οικονομίες και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, η Εσθονία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό, με το κορυφαίο 0,1% να συγκεντρώνει το 8,3% του συνολικού εισοδήματος. Ακολουθούν η Βουλγαρία με 7,5% και η Πολωνία με 7%.
Ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά εμφανίζουν και η Σερβία με 6,9% καθώς και η Τουρκία με 6,1%, ενώ πάνω από το 5% βρίσκονται επίσης η Δανία και η Ρουμανία.
Αντίθετα, στο χαμηλότερο άκρο της κατάταξης βρίσκονται η Ολλανδία, η Κύπρος, το Μαυροβούνιο, η Σλοβενία, το Βέλγιο, η Αλβανία και η Λετονία, όπου το μερίδιο του υπερπλούσιου 0,1% παραμένει κάτω από το 2,5%.
Η εικόνα στις μεγάλες οικονομίες
Εξαιρουμένης της Ιταλίας, οι μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης εμφανίζουν αξιοσημείωτη σύγκλιση.
Στην Ισπανία το πλουσιότερο 0,1% συγκεντρώνει το 5% του συνολικού εισοδήματος, ενώ Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία κινούνται σχεδόν στο ίδιο επίπεδο, γύρω στο 4,9%.
Η Ιρλανδία βρίσκεται ελαφρώς υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 4,8%.
Η Ελλάδα καταγράφει ποσοστό 4,5%, ευθυγραμμισμένο ουσιαστικά με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Παρόμοια επίπεδα εμφανίζουν η Ελβετία με 4,3% και η Τσεχία με 4,2%.
Στις σκανδιναβικές οικονομίες, τα ποσοστά εμφανίζονται χαμηλότερα: η Σουηδία στο 3,7%, ενώ Φινλανδία και Νορβηγία κινούνται στο 3,5%.
Ο ρόλος των φόρων και των κοινωνικών πολιτικών
Οι ειδικοί τονίζουν ότι οι αποκλίσεις αυτές δεν είναι τυχαίες.
Σύμφωνα με οικονομολόγους που μελετούν τη διανομή εισοδήματος στην Ευρώπη, ο βαθμός αναδιανομής μέσω φόρων και κοινωνικών πολιτικών επηρεάζει καθοριστικά το τελικό μερίδιο που καταλήγει στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα.
Σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, τα φορολογικά συστήματα θεωρούνται λιγότερο προοδευτικά, με αποτέλεσμα οι υψηλές εισοδηματικές ομάδες να επιβαρύνονται αναλογικά λιγότερο.
Παράλληλα, οι κοινωνικές παροχές σε ορισμένες οικονομίες δεν λειτουργούν πάντα εξισορροπητικά, γεγονός που ενισχύει τις αποκλίσεις.
Ορισμένοι οικονομολόγοι σημειώνουν επίσης ότι η αυξημένη συγκέντρωση εισοδήματος μπορεί να συνδέεται με την κατοχή πλούτου, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και κεφαλαιακών αποδόσεων, ειδικά σε χώρες που πέρασαν έντονες οικονομικές μεταβάσεις μετά τη δεκαετία του 1990.
Οι μισθοί και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η δομή της αγοράς εργασίας.
Χώρες που διαθέτουν ισχυρότερους μηχανισμούς συλλογικών διαπραγματεύσεων, χαμηλότερη ανεργία και μεγαλύτερη «συμπίεση» μισθών εμφανίζουν συνήθως μικρότερα εισοδηματικά χάσματα.
Αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί πολλές σκανδιναβικές και δυτικοευρωπαϊκές χώρες καταγράφουν χαμηλότερα μερίδια εισοδήματος για το πλουσιότερο 0,1% σε σχέση με αρκετές μεταβατικές οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης.
Παράλληλα, παράγοντες όπως τα συνταξιοδοτικά συστήματα, η άτυπη οικονομία αλλά και ο τρόπος καταγραφής των εισοδημάτων από κεφάλαιο μπορούν επίσης να επηρεάζουν τα τελικά στοιχεία.
Η ιστορική πορεία της ανισότητας
Η εικόνα της εισοδηματικής ανισότητας στην Ευρώπη έχει αλλάξει αρκετές φορές τις τελευταίες δεκαετίες.
Το πλουσιότερο 0,1% απορροφούσε περίπου το 6,4% του συνολικού εισοδήματος το 1940. Το ποσοστό αυτό υποχώρησε σταδιακά, φτάνοντας κοντά στο 2,7% στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Στη συνέχεια, οι ανισότητες άρχισαν ξανά να διευρύνονται, με το μερίδιο του κορυφαίου 0,1% να πλησιάζει το 5% πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Μετά τη μεγάλη κρίση, το ποσοστό υποχώρησε εκ νέου και από το 2010 και μετά παραμένει σχετικά σταθερό, κοντά στο 4,5%, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν ανά χώρα.
Διαβάστε ακόμη
Tα αμερικανικά funds προετοιμάζονται για τις mega-IPOs (γράφημα)
Πρώτο Θέμα ΑΕ και Google: Στρατηγική συνεργασία για την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.