Στους διαδρόμους του Στρασβούργου, κυκλοφορεί ένα νέα «ιερό δισκοπότηρο». Ονομάζεται «ίδιοι πόροι» και το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο φιλοδοξεί να αποτελέσουν την πηγή που θα χρηματοδοτήσει τον επόμενο προϋπολογισμό της Ένωσης.

Οι νέοι «ίδιοι πόροι» είναι ο εύσχημος τρόπος με τον οποίο αποκαλούνται οι νέοι φόροι που σχεδιάζονται.

Θα επιβάλλονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τα έσοδα θα οδηγούνται σε μία κοινή δεξαμενή που θα καλύπτει τις μελλοντικές ανάγκες της ΕΕ- ανάγκες, που σύμφωνα με το τελευταίο ψήφισμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, θα αγγίξουν τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ.

Όπως συνήθως συμβαίνει όταν ξεκινούν ανάλογες προσπάθειες- και προκειμένου να περιοριστούν οι αντιδράσεις – στο στόχαστρο μπαίνουν «εύκολοι» στόχοι από πλευράς δημοφιλίας. Στην περίπτωση των «ιδίων πόρων» αυτοί είναι ο διαδικτυακός τζόγος, τα κρυπτονομίσματα και οι τεχνολογικοί κολοσσοί.

Ωστόσο, όπως δείχνει η εμπειρία από αντίστοιχες παρεμβάσεις, η πραγματική επιβάρυνση σπάνια μένει εκεί που ξεκινά.

Ποιος θα πληρώσει τους ψηφιακούς φόρους

Στην περίπτωση των ψηφιακών πλατφορμών, η λογική είναι απλή: εταιρείες με τεράστια έσοδα και διασυνοριακή δραστηριότητα καλούνται να συνεισφέρουν περισσότερο. Ωστόσο, η εμπειρία από εθνικούς ψηφιακούς φόρους δείχνει ότι το κόστος σπάνια απορροφάται από τις ίδιες τις εταιρείες.

Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου έχουν επιβληθεί φόροι ψηφιακών υπηρεσιών (digital services taxes), οι μεγάλες πλατφόρμες αντέδρασαν αυξάνοντας τις χρεώσεις προς τις επιχειρήσεις-χρήστες.

Η Amazon αύξησε τις προμήθειες για πωλητές στη Γαλλία κατά περίπου 3% μετά την εισαγωγή του σχετικού φόρου, μετακυλίοντας ουσιαστικά το κόστος στους χρήστες της πλατφόρμας. Αντίστοιχα, η Meta έχει ανακοινώσει επιπλέον χρεώσεις 2%–5% στις διαφημίσεις σε ευρωπαϊκές αγορές, ενώ η Google εφαρμόζει αντίστοιχες επιπλέον χρεώσεις στους διαφημιζόμενους.

Μελέτες του ΟΟΣΑ και ακαδημαϊκές αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι η φορολόγηση των ψηφιακών υπηρεσιών τείνει να μετακυλίεται σε σημαντικό βαθμό στους χρήστες των πλατφορμών — δηλαδή σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βασίζονται σε αυτές για πωλήσεις και διαφήμιση — και τελικά στους καταναλωτές.

Η ιδιαιτερότητα του κλάδου είναι ότι πρόκειται για αγορές με υψηλή συγκέντρωση και ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη από την πλευρά των πλατφορμών, γεγονός που διευκολύνει τη μεταφορά του κόστους.

Στον χώρο των κρυπτονομισμάτων, τα σενάρια περιλαμβάνουν τέλη σε συναλλαγές ή εισφορές από τις ίδιες τις πλατφόρμες συναλλαγών. Στον διαδικτυακό τζόγο, η εναρμόνιση ή ακόμη και η επιβολή ευρωπαϊκής εισφοράς εμφανίζεται ως ένας τρόπος να περιοριστούν τα «κενά» στην κατακερματισμένη φορολογία και να ενισχυθούν τα φορολογικά έσοδα.

Ο φόρος που δεν είναι θεωρία

Παρά τη δυναμική αυτών των προτάσεων, όλες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της διαβούλευσης. Υπάρχει όμως ένας φόρος που ήδη εφαρμόζεται: ο διασυνοριακός φόρος άνθρακα.

Ο λεγόμενος CBAM (Carbon Border Adjustment Mechanism), που έχει σχεδιαστεί ώστε να εξισώσει το κόστος άνθρακα μεταξύ των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και των εισαγόμενων προϊόντων, τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιανουάριο. Σε αντίθεση με τους φόρους σε πλατφόρμες ή κρυπτονομίσματα, που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους, ο CBAM αγγίζει τον «σκληρό πυρήνα» της οικονομίας: τις πρώτες ύλες.

Στην πρώτη φάση, επιβαρύνει τις εισαγωγές χάλυβα, σιδήρου, αλουμινίου, τσιμέντου, λιπασμάτων, ηλεκτρικής ενέργειας και υδρογόνου, δηλαδή πρώτων υλών που βρίσκονται στη βάση σχεδόν κάθε παραγωγικής δραστηριότητας, από τις κατασκευές έως τη βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή.

«Εάν εφαρμοστεί στους όγκους συναλλαγών της περιόδου 2022-23, το CBAM θα επιβάλει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο στους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ, μεταφραζόμενο σε υποχρέωση CBAM περίπου 6,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, που ισοδυναμεί με μέσο τέλος 6% στις εισαγωγές CBAM» εκτίμησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Μακροοικονομική Έκθεση στον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της ΕΕ, 12 Sep 2025, IMF eLibrary).

Με βάση αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΟΟΣΑ και της επιστημονικής υπηρεσίας της Κομισιόν « Κοινό Κέντρο Ερευνών» (Joint Research Centre, JRC) όταν η τιμή άνθρακα κινείται στα επίπεδα των τελευταίων ετών (περίπου 80–100 ευρώ ανά τόνο, σύμφωνα και με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας), η επιβάρυνση διαμορφώνεται ως εξής:

• Λιπάσματα: Η παραγωγή τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο και έχει υψηλό ενεργειακό αποτύπωμα. Οι αναλύσεις δείχνουν ότι το κόστος εισαγωγής τους μπορεί να αυξηθεί έως και 20%–30%, με άμεση επίδραση στις τιμές των τροφίμων.

• Τσιμέντο: Ιδιαίτερα ρυπογόνα είναι η παραγωγή τσιμέντου, που εκπέμπει έως 0,9 τόνους CO₂ ανά τόνο προϊόντος («Ένταση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις βιομηχανίες χάλυβα, λιπασμάτων, αλουμινίου και τσιμέντου στην ΕΕ», 2023, JRC). Αυτό σημαίνει ότι ο «φόρος άνθρακα» μπορεί να προσθέσει περίπου 40–90 ευρώ ανά τόνο στο κόστος παραγωγής. Επειδή το τσιμέντο αποτελεί βασικό αλλά όχι το μεγαλύτερο κόστος μιας κατασκευής, η συνολική επίδραση εκτιμάται στο 2%–4% του κόστους ενός έργου.

• Χάλυβας: Η παραγωγή χάλυβα είναι επίσης σημαντικά ρυπογόνα, με εκπομπές που μπορεί να ξεπερνούν τους 2 τόνους CO₂ ανά τόνο προϊόντος. Σε αυτά τα επίπεδα, η επιβάρυνση μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 150 ευρώ ανά τόνο. Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, ο χάλυβας αποτελεί ποσοστό του τελικού κόστους σε προϊόντα όπως τα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα η αύξηση της τελικής τιμής να υπολογίζεται συνήθως στο 1%–3%.

Είναι νωρίς για να γνωρίζουμε αν και σε ποιο βαθμό το πρόσθετο κόστος θα μετακυλιστεί στις τελικές τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, πολλώ δε, μάλλον που το πληθωριστικό κύμα που πυροδότησε η κρίση στη Μέση Ανατολή δυσκολεύει την απομόνωση της επίδρασης του CBAM.

Αξία εισαγωγών που καλύπτονται από το CBAM ανά εξαγωγικό τομέα, 2022, πηγή: ΟΟΣΑ

Η ειδική ανάλυση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Οι πιθανές επιπτώσεις του EU CBAM σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού», τονίζει ότι οι μεγαλύτερες επιπτώσεις του CBAM δεν περιορίζονται στους κλάδους που καλύπτει άμεσα. Αντίθετα, μεταφέρονται στην ευρύτερη οικονομία μέσω των αλυσίδων παραγωγής: το αυξημένο κόστος σε πρώτες ύλες, όπως ο χάλυβας και το τσιμέντο, επηρεάζει κλάδους όπως οι κατασκευές και η βιομηχανία εξοπλισμού.

«Αυτοί οι τομείς, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της ΕΕ, αντιπροσωπεύουν το 83% της συνολικής απώλειας προστιθέμενης αξίας στην Ευρώπη, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της εξέτασης των έμμεσων επιπτώσεων της αλυσίδας αξίας στην ανάλυση των επιπτώσεων της πολιτικής» προειδοποιεί η μελέτη.

Παράλληλα, η εφαρμογή του CBAM στην τρέχουσα μορφή του θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ έως και 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με μελέτη της συμβουλευτικής εταιρείας Afry, που επικαλείται πρόσφατο δημοσίευμα των FT.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο CBAM αναμένεται να αποφέρει περίπου 1,4 έως 1,5 δισ. ευρώ ετησίως από το 2028, ποσό που μπορεί να αυξηθεί σταδιακά όσο επεκτείνεται η εφαρμογή του και ανεβαίνουν οι τιμές άνθρακα. Από αυτά, το 75% θα κατευθύνεται απευθείας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, αποτελώντας έναν νέο «ίδιο πόρο», ενώ το υπόλοιπο θα παραμένει στα κράτη-μέλη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε έναν προϋπολογισμό που αγγίζει τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2028–2034. Το σχετικό ψήφισμα εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία και διακομματική στήριξη.

Διαβάστε ακόμη

Νέο καθεστώς στις εξώσεις: Πότε φεύγει ο ενοικιαστής και πότε παίρνει πίσω το σπίτι ο ιδιοκτήτης

ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι ζυμώσεις στο Μαξίμου για να σβήσει η φωτιά πριν ανάψει και τα κίνητρα του ΠΑΣΟΚ

Επενδύσεις: Τα ιστορικά χειρόγραφα νικούν τις μετοχές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα