Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε με μια βεβαιότητα στη Μόσχα: ότι θα ήταν σύντομος. Οτι το Κίεβο θα λύγιζε μέσα σε ημέρες. Οτι η ρωσική στρατιωτική μηχανή θα επέβαλλε τετελεσμένα πριν η Δύση προλάβει να οργανώσει ουσιαστική απάντηση. Σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια μετά, αυτή η αρχική βεβαιότητα έχει μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετό της. Σε έναν πόλεμο φθοράς, χωρίς καθαρό στρατιωτικό ορίζοντα, χωρίς διπλωματική διέξοδο και με κόστος που συνεχίζει να συσσωρεύεται και για τις δύο πλευρές.
Η συμπλήρωση 1.572 ημερών πολέμου δεν είναι απλώς ένα ημερολογιακό ορόσημο. Είναι ένα πολιτικό και ιστορικό σοκ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πλέον διαρκέσει περισσότερο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια σύγκρουση που, στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης, ταυτίστηκε με τα χαρακώματα, τις μαζικές σφαγές, τα αδιέξοδα μέτωπα και τη γέννηση ενός νέου κόσμου μέσα από την καταστροφή.
Η σύγκριση, φυσικά, έχει όρια. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν παγκόσμιος σε κλίμακα, με εκατομμύρια στρατιώτες σε πολλά μέτωπα και με αυτοκρατορίες να καταρρέουν. Η Ουκρανία δεν υπήρχε τότε ως ανεξάρτητο κράτος. Οι αριθμοί των απωλειών δεν είναι συγκρίσιμοι με απόλυτους όρους. Το γεγονός όμως ότι ένας πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 ως επιχείρηση ταχείας ανατροπής έχει ξεπεράσει χρονικά την πιο τραυματική σύγκρουση της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λέει κάτι βαθύτερο. Οχι μόνο για τη Ρωσία και την Ουκρανία, αλλά για την Ευρώπη συνολικά.
Η αποτυχία της ρωσικής υπόθεσης
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία έχοντας οικοδομήσει την επιχείρηση πάνω σε μια σειρά από λανθασμένες παραδοχές. Υποτίμησε την αντοχή του ουκρανικού κράτους. Υποτίμησε την κοινωνική συνοχή της Ουκρανίας. Υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Δύσης να στηρίξει το Κίεβο. Και υπερεκτίμησε την ικανότητα του ρωσικού στρατού να πετύχει γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα με στρατιωτικά μέσα. Η πρώτη φάση του πολέμου ήταν, με αυτή την έννοια, καθοριστική. Οπως οι Γερμανοί το 1914 επιχείρησαν να φτάσουν γρήγορα στο Παρίσι, έτσι και οι ρωσικές δυνάμεις το 2022 κινήθηκαν με στόχο το Κίεβο.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο επιτιθέμενος πλησίασε το πολιτικό κέντρο του αντιπάλου, αλλά δεν μπόρεσε να το καταλάβει. Η αποτυχία της αρχικής επίθεσης άλλαξε τη φύση του πολέμου. Από πόλεμος ελιγμών έγινε πόλεμος θέσεων. Από επιχείρηση ταχείας νίκης έγινε μηχανισμός φθοράς. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο. Η Ρωσία δεν απέτυχε μόνο να καταλάβει το Κίεβο. Απέτυχε να επιβάλει το χρονοδιάγραμμα του πολέμου. Και από τη στιγμή που έχασε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, μπήκε σε μια σύγκρουση όπου το μέγεθος, τα αποθέματα, η βιομηχανική παραγωγή, η αντοχή της κοινωνίας και η εξωτερική στήριξη έγιναν πιο σημαντικά από την αρχική ταχύτητα.
Για την Ουκρανία, η απόκρουση της πρώτης ρωσικής επίθεσης ήταν υπαρξιακή νίκη. Δεν ήταν, όμως, το τέλος της δοκιμασίας – το αντίθετο. Ηταν η αρχή ενός πολύ πιο σκληρού πολέμου. Ενός πολέμου στον οποίο η Ουκρανία απέδειξε ότι μπορεί και αντέχει, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να αναγκάσει τη Ρωσία σε στρατηγική υποχώρηση.
Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.