Η ναυτιλία βγαίνει από μια πενταετία υψηλών αποδόσεων, αλλά εισέρχεται σε μια περίοδο ίσως ακόμη πιο απαιτητική. Το περιβάλλον δεν θυμίζει καμία προηγούμενη φάση του κύκλου: γεωπολιτικές εντάσεις, επιθέσεις σε θαλάσσιες οδούς, καταιγισμός περιβαλλοντικών ρυθμίσεων και –κυρίως– πλήρης ασάφεια για το καύσιμο του μέλλοντος.
Στο 9ο Annual Capital Link Cyprus Shipping Forum, τέσσερις κορυφαίοι πλοιοκτήτες κατέθεσαν με ευθύτητα τις εκτιμήσεις και τις στρατηγικές τους. Ο Πόλυς Β. Χατζηιωάννου, CEO της Safe Bulkers και πρόεδρος της Κυπριακή Ένωση Πλοιοκτητών, και ο Αριστείδης Πίττας, πρόεδρος και CEO των Euroseas, EuroDry και EuroHoldings, ανέλυσαν το δίλημμα των επενδύσεων. Παράλληλα, ο Ανδρέας Χατζηγιάννης, CEO της Cyprus Sea Lines και τέως πρόεδρος της Ένωσης, και ο Γιώργος Μούσκας της Olympia Ocean Carriers, εστίασαν στο ευρύτερο πλαίσιο: κύκλοι, κρίσεις και κανονιστικές πιέσεις.
Πόλυς Β. Χατζηιωάννου: Επιλογή ρίσκου με όρους πειθαρχίας
Σε μια συζήτηση όπου κυριάρχησε η αβεβαιότητα για τους κανονισμούς, τα καύσιμα και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, η τοποθέτηση του Πόλυ Β. Χατζηιωάννου, CEO της Safe Bulkers και προέδρου της Κυπριακής Ένωσης Πλοιοκτητών, ξεχώρισε για τον ρεαλισμό και τη στρατηγική της σαφήνεια.
Ο ίδιος δεν ωραιοποίησε την κατάσταση. Αναγνώρισε ότι τα τελευταία τέσσερα έως πέντε χρόνια υπήρξαν θετικά για την αγορά, με ισχυρές αποδόσεις σε αρκετούς τομείς. Ωστόσο, τόνισε ότι το σημερινό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένο ρίσκο, όχι μόνο εμπορικό αλλά και γεωπολιτικό.
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής του ήταν η διαχείριση κινδύνου σε περιοχές υψηλής έντασης. Με αφορμή τις εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα, περιέγραψε πώς η εταιρεία του έλαβε άμεσα την απόφαση να αποσύρει πλοία από την περιοχή, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε σύγκρουση με ναυλωτές.
Όπως εξήγησε, όταν σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις σε πλοία, η αντίδραση ήταν άμεση: επτά πλοία άλλαξαν πορεία, παρά τις πιέσεις. Το κόστος μιας μικρής απόκλισης θεωρήθηκε αμελητέο μπροστά στο ενδεχόμενο σοβαρού περιστατικού.
Το μήνυμά του ήταν σαφές: κάθε εταιρεία πρέπει να αποφασίζει το επίπεδο ρίσκου που είναι διατεθειμένη να αναλάβει. Υπάρχουν πλοιοκτήτες που επιλέγουν να κινηθούν σε αγορές υψηλού κινδύνου και συχνά αποκομίζουν υψηλότερες αποδόσεις. Όμως, όπως υπογράμμισε, το ρίσκο πρέπει να είναι συνειδητό και διαχειρίσιμο.
Η Safe Bulkers, ως εισηγμένη εταιρεία στις ΗΠΑ, έχει αυξημένες υποχρεώσεις διαφάνειας και προστασίας των επενδυτών της. Αυτό επηρεάζει και τη στρατηγική της.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στην εμπειρία του 2018, όταν η εταιρεία του αποφάσισε να επενδύσει σε scrubbers ενόψει της εφαρμογής των νέων κανονισμών για το θείο στα καύσιμα το 2020. Τότε, όπως ανέφερε, πολλοί αμφισβήτησαν την επιλογή, εκτιμώντας ότι το spread τιμών καυσίμων δεν θα δικαιολογούσε την επένδυση.
Η διοίκηση, ωστόσο, έκρινε ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο ήταν δεδομένο και προχώρησε εγκαίρως σε παραγγελίες, εξασφαλίζοντας έγκαιρη παράδοση. Η απόφαση αποδείχθηκε κερδοφόρα, ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλων διαφορών τιμών μεταξύ συμβατικών και χαμηλού θείου καυσίμων.
Με το παράδειγμα αυτό, ο Χατζηιωάννου θέλησε να αναδείξει τη σημασία του timing. Στη ναυτιλία, η σωστή στιγμή είναι συχνά πιο καθοριστική από την ίδια την τεχνολογική επιλογή.
Σήμερα, η Safe Bulkers έχει προχωρήσει σε περιορισμένη επένδυση σε πλοία με δυνατότητα καύσης μεθανόλης. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται για επιθετική στρατηγική, αλλά για ελεγχόμενη έκθεση.
Το επιπλέον κόστος, όπως ανέφερε, είναι διαχειρίσιμο σε σχέση με άλλες τεχνολογίες, όπως η αμμωνία. Αν η πράσινη μεθανόλη καταστεί ευρέως διαθέσιμη τα επόμενα χρόνια, τα πλοία αυτά θα αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αν όχι, μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν με συμβατικό καύσιμο.
«Αν το στοίχημα βγει, θα είμαστε μπροστά. Αν όχι, δεν θα έχουμε χάσει τον έλεγχο», ήταν η ουσία της στρατηγικής του.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνει μια φιλοσοφία διαφοροποίησης: ούτε πλήρης αποχή από τις νέες τεχνολογίες, ούτε υπερβολική έκθεση σε αβέβαιες λύσεις. Ο Π.Β.Χατζηιωάννου αναγνώρισε ότι η ενεργειακή μετάβαση είναι αναπόφευκτη, αλλά επεσήμανε ότι η διαθεσιμότητα καυσίμων και οι υποδομές δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί σε παγκόσμια κλίμακα.
Κατά την άποψή του, η ναυτιλία δεν μπορεί να μεταβεί άμεσα σε «μηδενικές εκπομπές» χωρίς αξιόπιστη και οικονομικά βιώσιμη εναλλακτική. Η μετάβαση θα είναι σταδιακή και θα απαιτήσει συνεργασία μεταξύ ναυτιλίας, παραγωγών καυσίμων και ρυθμιστικών αρχών.

Αριστείδης Πίττας: «Δεν προσπαθώ να προβλέψω – προσπαθώ να προσαρμοστώ»
Η παρέμβαση του Αριστείδη Πίττα ήταν από τις πιο ουσιαστικές της συζήτησης. Αναγνώρισε ότι η αγορά των τελευταίων πέντε ετών υπήρξε ιδιαίτερα θετική για πολλούς κλάδους, γεγονός που ενισχύει τη ρευστότητα και δημιουργεί επενδυτική διάθεση. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η επόμενη φάση ενδέχεται να είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το βασικό πρόβλημα, όπως το έθεσε, δεν είναι η κυκλικότητα – η ναυτιλία ήταν πάντα κυκλική. Το πρόβλημα είναι η ταυτόχρονη συσσώρευση αβεβαιοτήτων:
-Κανονισμοί για τις εκπομπές CO₂.
-Αβεβαιότητα για τη διαθεσιμότητα και το κόστος εναλλακτικών καυσίμων.
-Γεωπολιτικές αναταράξεις που αλλάζουν τις ροές εμπορίου.
-Υψηλό κόστος ναυπήγησης.
«Δεν μπορώ να σας πω ποιο θα είναι το καύσιμο του μέλλοντος», ανέφερε με ειλικρίνεια. LNG, μεθανόλη, αμμωνία, υδρογόνο, ακόμη και τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα παραμένουν ανοιχτά σενάρια. Καμία επιλογή δεν έχει επικρατήσει οριστικά, καμία δεν προσφέρει απόλυτη ασφάλεια.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στρατηγική που ακολουθεί είναι σαφής: νέες ναυπηγήσεις με συμβατικό καύσιμο αλλά με τεχνική πρόβλεψη για μελλοντική μετατροπή σε LNG (LNG-ready). Πρόκειται για μια επιλογή που μειώνει το αρχικό επενδυτικό κόστος, διατηρώντας όμως την ευελιξία.
Όπως εξήγησε, η διαφορά κόστους για να διατηρηθεί αυτή η «επιλογή» είναι σχετικά περιορισμένη σε σύγκριση με την πλήρη επένδυση σε εναλλακτικό καύσιμο από την πρώτη ημέρα. Έτσι, η εταιρεία δεν δεσμεύεται σε μια τεχνολογία που ενδέχεται να μην επικρατήσει.
Η λέξη-κλειδί που επανήλθε πολλές φορές ήταν η προσαρμοστικότητα. Δεν επιδιώκει να προβλέψει ποιο καύσιμο θα επικρατήσει – επιδιώκει να έχει τη δυνατότητα να αλλάξει κατεύθυνση όταν το τοπίο ξεκαθαρίσει.
Ο Πίττας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στη χρηματοοικονομική πειθαρχία. Μετά από μια περίοδο ισχυρής κερδοφορίας, η πρόκληση δεν είναι η έλλειψη κεφαλαίων, αλλά η σωστή κατανομή τους.
Προειδοποίησε έμμεσα για τον κίνδυνο υπερεπένδυσης σε περιβάλλον υψηλών τιμών ναυπήγησης. «Μην πηγαίνετε στα άκρα», ήταν το σαφές μήνυμα. Ανάπτυξη ναι, αλλά σταδιακή. Ενίσχυση στόλου ναι, αλλά χωρίς υπερβολική μόχλευση.
Η εμπειρία των προηγούμενων κρίσεων –από το 2008 έως το 2014– λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η υπεραισιοδοξία τιμωρείται.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αυτοκριτική του. Παραδέχθηκε ότι, ακούγοντας τις τοποθετήσεις για την αβεβαιότητα, ο ίδιος αισθάνεται ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό για τις επενδύσεις που ήδη πραγματοποιεί. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζει ότι μια ναυτιλιακή εταιρεία δεν μπορεί να παραμένει αδρανής.
«Έχουμε περάσει πέντε πολύ καλά χρόνια. Κάτι πρέπει να κάνουμε», ήταν η ουσία της τοποθέτησής του. Το ζητούμενο είναι να επενδύεις, χωρίς να ρισκάρεις την επιβίωση της εταιρείας σε ενδεχόμενο κύκλο ύφεσης.

Ανδρέας Χατζηγιάννης: Η ιστορική μνήμη των κύκλων
Ο Ανδρέας Χατζηγιάννης υπογράμμισε ότι σε ένα περιβάλλον έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, η θεσμική σταθερότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα διατήρησης και προσέλκυσης επενδύσεων. Η ναυτιλία, όπως ανέφερε, δεν λειτουργεί με βραχυπρόθεσμους ορίζοντες· οι επενδύσεις σε πλοία έχουν κύκλο ζωής που ξεπερνά τις δύο δεκαετίες, γεγονός που απαιτεί σαφές και προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Τόνισε ότι η Κύπρος έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα αξιόπιστο ναυτιλιακό κέντρο, όμως η ανταγωνιστικότητα δεν είναι δεδομένη. Απαιτεί συνεχή προσαρμογή, ταχεία λήψη αποφάσεων και διαρκή διάλογο μεταξύ κράτους και πλοιοκτητών.
Στο σημείο αυτό, επεσήμανε πως η γραφειοκρατία και οι καθυστερήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο συχνά δημιουργούν επιπλέον βάρη σε σχέση με ανταγωνιστικά νηολόγια εκτός Ε.Ε., τα οποία κινούνται ταχύτερα και με μεγαλύτερη ευελιξία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο ζήτημα της πράσινης μετάβασης. Ο Χατζηγιάννης υπογράμμισε ότι η ναυτιλία στηρίζει πλήρως τους στόχους απανθρακοποίησης, ωστόσο προειδοποίησε για τον κίνδυνο λήψης αποφάσεων χωρίς επαρκή τεχνολογική και ενεργειακή υποδομή.
Σύμφωνα με τον ίδιο:
-Δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς ποσότητες πράσινων καυσίμων σε παγκόσμια κλίμακα.
-Οι τιμές παραμένουν υψηλές και ασταθείς.
-Οι τεχνολογικές λύσεις βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο.
Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η επιβολή αυστηρών κανονισμών χωρίς παράλληλη διασφάλιση εφοδιαστικής επάρκειας ενδέχεται να οδηγήσει σε στρεβλώσεις, αυξημένο κόστος μεταφορών και απώλεια ανταγωνιστικότητας για τις ευρωπαϊκές ναυτιλιακές εταιρείες.
Το μήνυμά του ήταν ξεκάθαρο: η μετάβαση πρέπει να είναι συντονισμένη, παγκόσμια και τεχνολογικά ουδέτερη, ώστε να αποφεύγονται μονομερείς επιβαρύνσεις.
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο της τοποθέτησής του αφορούσε τη χρηματοδότηση. Ο Ανδρέας Χατζηγιάννης σημείωσε ότι η πρόσβαση σε τραπεζικά κεφάλαια έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όμως οι όροι δανεισμού είναι πλέον αυστηρότεροι και συνδέονται όλο και περισσότερο με περιβαλλοντικά κριτήρια.
Οι τράπεζες, όπως παρατήρησε, αξιολογούν πλέον όχι μόνο την οικονομική βιωσιμότητα ενός στόλου, αλλά και το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα. Αυτό δημιουργεί νέα δεδομένα για τους πλοιοκτήτες, οι οποίοι καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε επενδύσεις ανανέωσης στόλου και στη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής διάρθρωσης.
Υπογράμμισε επίσης ότι η ναυτιλία παραμένει κεφαλαιουχικά εντατική δραστηριότητα και ότι η συνεργασία με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να βασίζεται σε μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη. Πέρα από τα οικονομικά και θεσμικά ζητήματα, ο Χατζηγιάννης αναφέρθηκε και στην ανθρώπινη διάσταση της ναυτιλίας. Τόνισε την ανάγκη επένδυσης στην εκπαίδευση και στην προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογική πρόοδος αλλάζει το προφίλ των δεξιοτήτων που απαιτούνται στα σύγχρονα πλοία.
Η ναυτιλία του μέλλοντος, όπως είπε, δεν θα βασίζεται μόνο στην παραδοσιακή ναυτοσύνη, αλλά και σε ψηφιακές γνώσεις, ενεργειακή κατανόηση και ικανότητα διαχείρισης πολύπλοκων συστημάτων.
Γιώργος Μούσκας: Ρεαλισμός, επιφυλακτικότητα και έμφαση στην αποδοτικότητα
Ο Γιώργος Μούσκας ανέπτυξε πιο εκτενώς τη δική του προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην οικονομική πειθαρχία. Όπως σημείωσε, οι τιμές των νεότευκτων πλοίων βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, ενώ οι χρόνοι παράδοσης εκτείνονται αρκετά χρόνια μπροστά. Αυτό, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για τα καύσιμα, καθιστά τις παραγγελίες νέων πλοίων ιδιαίτερα ριψοκίνδυνες.
Για τον ίδιο, η στρατηγική αυτή την περίοδο είναι επιλεκτική: αναζήτηση ευκαιριών στη δευτερογενή αγορά, όταν και εφόσον προκύψουν, με προσεκτική αξιολόγηση τιμής και τεχνικής κατάστασης. «Δεν έχει νόημα να κλειδώνεις κεφάλαια σήμερα σε κάτι που θα παραδοθεί σε τρία ή τέσσερα χρόνια, όταν δεν γνωρίζεις πού θα βρίσκεται η αγορά», ήταν η ουσία της τοποθέτησής του.
Στο ζήτημα των καυσίμων, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε ακριβές τεχνολογικές λύσεις που δεν έχουν ακόμη δοκιμαστεί σε μεγάλη κλίμακα. Υποστήριξε ότι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των πλοίων –μέσω καλύτερου σχεδιασμού, σύγχρονων μηχανών και λειτουργικής βελτιστοποίησης– είναι σήμερα η πιο ρεαλιστική επιλογή.
Μάλιστα, υπογράμμισε ότι ο κλάδος έχει ήδη επιτύχει σημαντική μείωση εκπομπών ανά μεταφερόμενο τόνο σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες, κυρίως μέσω τεχνολογικής εξέλιξης και οικονομιών κλίμακας. Κατά την άποψή του, η πρόοδος αυτή προήλθε από τον ανταγωνισμό και την ανάγκη για χαμηλότερο κόστος – όχι απαραίτητα από κανονιστική πίεση.
Ο Μούσκας επεσήμανε επίσης ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να βασίζονται σε «μόδες» της αγοράς. Η ναυτιλία απαιτεί υπομονή, διαχείριση ρευστότητας και αποφυγή υπερβολών. Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, η διατήρηση ισχυρής χρηματοοικονομικής θέσης αποτελεί, κατά την άποψή του, το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Οι τέσσερις πλοιοκτήτες, από διαφορετικές οπτικές, κατέληξαν σε μια κοινή διαπίστωση: η ναυτιλία εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η στρατηγική ευελιξία, η κεφαλαιακή πειθαρχία και η προσεκτική διαχείριση ρίσκου θα καθορίσουν τους νικητές.
Η επόμενη δεκαετία δεν θα κριθεί μόνο από τα ναύλα, αλλά από την ικανότητα των εταιρειών να επιβιώσουν και να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον ραγδαίων κανονιστικών και τεχνολογικών αλλαγών.
Διαβάστε ακόμη
Το κράτος ζητά συνέπεια αλλά… χρωστά 3,2 δισ. ευρώ!
Κυβέρνηση: «Μαγνήτες» για την επιστροφή των «νέων» στη γαλάζια ψήφο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.