search icon

Ναυτιλία

Γιάννης Ξυλάς – INTERCARGO: Η Δυτική Αφρική αλλάζει τη ναυλαγορά – Ζήτηση για έως 200 επιπλέον Capesize

Οι νέες εμπορικές ροές σιδηρομεταλλεύματος, η ανάγκη ανανέωσης του στόλου και οι πρωτοβουλίες για ασφαλέστερα bulk carriers στο επίκεντρο της παρουσίασης της INTERCARGO στο ABS Bulk Carrier Forum στην Αθήνα – Πάνω από 5.000 πλοία εκπροσωπεί η διεθνής ένωση υπό την προεδρία του Έλληνα εφοπλιστή

Πρόσθετη ζήτηση μεταφορικής ικανότητας που θα μπορούσε να απασχολήσει έως και 200 Capesize δημιουργεί η ανάπτυξη των εξαγωγών σιδηρομεταλλεύματος από τη Δυτική Αφρική, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ξηρού φορτίου και ανοίγοντας νέες προοπτικές για τους πλοιοκτήτες μεγάλων φορτηγών πλοίων.

Η εκτίμηση περιλαμβάνεται στην παρουσίαση της INTERCARGO, της διεθνούς ένωσης πλοιοκτητών ξηρού φορτίου, με πρόεδρο τον Έλληνα εφοπλιστή Γιάννη Ξυλά, στο ABS Bulk Carrier Forum που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2026. Η παρουσίαση ανέδειξε τις αλλαγές στις εμπορικές διαδρομές, τις αυξανόμενες απαιτήσεις για ασφαλή διαχείριση των bulk carriers και την ανάγκη προσαρμογής του στόλου στις νέες συνθήκες της αγοράς.

Η INTERCARGO, υπό την προεδρία του Γιάννη Ξυλά, εκπροσωπεί περισσότερες από 500 εταιρείες σε 38 χώρες, οι οποίες διαχειρίζονται πάνω από 5.000 πλοία, συνολικής χωρητικότητας περίπου 460 εκατ. dwt. Πρόκειται για το 45% του παγκόσμιου στόλου ξηρού φορτίου, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις παρεμβάσεις της Ένωσης για το μέλλον του κλάδου.

Στο επίκεντρο της παρουσίασης βρέθηκε η αναδιάταξη των εξαγωγών σιδηρομεταλλεύματος, με τη Γουινέα και τη Λιβερία να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την τροφοδοσία της ασιατικής αγοράς και κυρίως της Κίνας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της INTERCARGO, η πρώτη αποστολή φορτίου από το λιμάνι Morebeya πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2025, ενώ οι εξαγωγές προβλέπεται να φθάσουν τους 20 έως 40 εκατ. τόνους το 2026 και να αυξηθούν έως τους 120 εκατ. τόνους ετησίως μέχρι τα μέσα του 2028.

Η ανάπτυξη των αφρικανικών εξαγωγών αναμένεται να υποκαταστήσει μέρος της εγχώριας παραγωγής σιδηρομεταλλεύματος της Κίνας, περιορίζοντας παράλληλα τις εισαγωγές από την Αυστραλία. Η αλλαγή αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο στη ναυλαγορά, καθώς οι μεταφορές από τη Δυτική Αφρική προς την Κίνα πραγματοποιούνται σε μεγαλύτερες αποστάσεις, αυξάνοντας τα τονομίλια και τον χρόνο απασχόλησης των πλοίων.

Η INTERCARGO υπολογίζει ότι η πρόσθετη μεταφορική εργασία θα μπορούσε να απορροφήσει 150 έως 200 Capesize σε σύγκριση με το 2025. Η εκτίμηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισάριθμες νέες ναυπηγήσεις, αναδεικνύει όμως το μέγεθος της πρόσθετης ζήτησης που μπορεί να δημιουργηθεί στην αγορά.

Παράλληλα, η γήρανση του υφιστάμενου στόλου Capesize και Very Large Ore Carriers (VLOCs) ενισχύει την ανάγκη ανανέωσης της μεταφορικής ικανότητας. Η ανάπτυξη νέων εξαγωγικών κέντρων δημιουργεί επίσης ζήτηση για εξειδικευμένα πλοία μεταφοράς μεταλλεύματος, φορτηγίδες και πλωτά συστήματα φόρτωσης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι λιμενικές υποδομές δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν μεγάλα πλοία.

Για την ελληνόκτητη ναυτιλία, η οποία διαθέτει ισχυρή παρουσία στην αγορά των Capesize, η μετατόπιση των εμπορικών ροών προς τη Δυτική Αφρική αποτελεί παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τόσο την πορεία των ναύλων όσο και τις μελλοντικές επενδυτικές αποφάσεις.

Η παρουσίαση αποτύπωσε επίσης το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς ξηρού φορτίου. Το 2025 μεταφέρθηκαν διά θαλάσσης περίπου 5,7 δισ. τόνοι φορτίων, με τον παγκόσμιο στόλο να αριθμεί περίπου 14.000 πλοία και τη συνολική μεταφορική ικανότητα να υπερβαίνει το 1 δισ. dwt.

Η ναυτιλία ξηρού φορτίου αντιπροσωπεύει περίπου το 45% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου σε όρους βάρους και το 40% της συνολικής χωρητικότητας του εμπορικού στόλου. Παρά τους ιστορικά υψηλούς όγκους που καταγράφηκαν το 2025, οι εμπορικές διαδρομές εμφανίζουν αυξανόμενη μεταβλητότητα, καθώς νέες περιοχές παραγωγής και εξαγωγής αποκτούν μεγαλύτερο μερίδιο στο διεθνές εμπόριο.

Ένα ακόμη ζήτημα που ανέδειξε η INTERCARGO είναι η αυξανόμενη χρήση μεταφορτώσεων φορτίου από πλοίο σε πλοίο, γνωστών ως Ship-to-Ship Transfers (STS). Η συγκεκριμένη πρακτική αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η αύξηση του μεγέθους των bulk carriers δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη ανάπτυξη των λιμενικών εγκαταστάσεων.

Ωστόσο, οι μεταφορτώσεις αυτές πραγματοποιούνται με διαφορετικές διαδικασίες ανάλογα με την περιοχή, χωρίς να υπάρχει ενιαίο βιομηχανικό πρότυπο. Η εμπλοκή πολλών μερών, με διαφορετικές απαιτήσεις και επιχειρησιακές πρακτικές, δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τα πληρώματα, τα πλοία και τα φορτία.

Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η INTERCARGO έχει αναπτύξει ειδικές κατευθυντήριες οδηγίες για τις μεταφορτώσεις μεταξύ bulk carriers, οι οποίες έχουν εκδοθεί από τον οίκο Witherbys. Οι οδηγίες καλύπτουν τον σχεδιασμό και την προετοιμασία των επιχειρήσεων, την ασφαλή εκτέλεσή τους, την επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκομένων και την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών.

Στόχος είναι η δημιουργία κοινών πρακτικών που θα περιορίζουν τους επιχειρησιακούς κινδύνους και θα επιτρέπουν την ασφαλή διακίνηση φορτίων ακόμη και σε περιοχές με ανεπαρκείς λιμενικές υποδομές.

Σημαντική θέση στις προτεραιότητες της INTERCARGO, υπό την προεδρία του Γιάννη Ξυλά, καταλαμβάνει και η διαμόρφωση κοινών τεχνικών προδιαγραφών για τα νεότευκτα bulk carriers.

Μέσω της ομάδας εργασίας BULK-SPEC, σε συνεργασία με τη MARTECMA, βρίσκεται σε εξέλιξη η ανάπτυξη ενός πρότυπου πλαισίου τεχνικών προδιαγραφών που θα καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας για τα συστήματα, τον εξοπλισμό και την κατασκευή των πλοίων.

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στον περιορισμό των διαφορών που παρατηρούνται μεταξύ των προδιαγραφών των ναυπηγείων, ενώ προβλέπει κατευθύνσεις για την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και εναλλακτικών καυσίμων.

Παράλληλα, η INTERCARGO συμμετέχει στην ανάπτυξη διεθνών προτύπων για την ηλεκτροδότηση bulk carriers από την ξηρά. Η σχετική ομάδα εργασίας, που συστάθηκε το 2025, συμβάλλει στη διαμόρφωση ειδικών τεχνικών απαιτήσεων στο πλαίσιο του προτύπου IEC/IEEE 80005-1, με την επόμενη διεθνή συνάντηση να έχει προγραμματιστεί στην Αθήνα από τις 2 έως τις 6 Νοεμβρίου 2026.

Στο πεδίο της ασφάλειας, η Ένωση επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση της υγροποίησης φορτίων, των πυρκαγιών κατά τη μεταφορά παλαιοσιδήρου, των κινδύνων εισόδου σε κλειστούς χώρους και των προβλημάτων που συνδέονται με τις λιμενικές εργασίες.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται επίσης στην εκπαίδευση των ναυτικών, στην προστασία του ανθρώπινου παράγοντα και στη βελτίωση των διαδικασιών ασφαλούς λειτουργίας των πλοίων.

Στην περιβαλλοντική ατζέντα περιλαμβάνονται η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ενεργειακή αποδοτικότητα, ο δείκτης έντασης άνθρακα CII, η διαχείριση θαλάσσιου έρματος και οι εξελίξεις γύρω από το Net-Zero Framework του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού.

Η INTERCARGO παρακολουθεί παράλληλα τις ευρωπαϊκές κανονιστικές πρωτοβουλίες που επηρεάζουν τον κλάδο, επιδιώκοντας οι νέες απαιτήσεις να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες των bulk carriers.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η συνεργασία με τη RightShip για το Dry Bulk Centre of Excellence και την ανάπτυξη του προτύπου DryBMS, το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση της ασφάλειας, της περιβαλλοντικής επίδοσης και της επιχειρησιακής ποιότητας των ναυτιλιακών εταιρειών.

Η INTERCARGO έχει ενισχύσει επίσης τη συνεργασία της με νηογνώμονες, ασφαλιστικούς οργανισμούς και κράτη σημαίας. Τον Απρίλιο του 2026 δημιουργήθηκε το Advisory Associate Panel, στο οποίο συμμετέχουν 33 εκπρόσωποι από εννέα P&I Clubs, πέντε νηογνώμονες και τέσσερα κράτη σημαίας.

Η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην ανταλλαγή τεχνικών δεδομένων, στην ανάπτυξη κοινών κατευθύνσεων και στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση προβλημάτων που επηρεάζουν τη λειτουργία των πλοίων.

Με περισσότερες από 500 εταιρείες-μέλη και παρουσία στον IMO από το 1993, η INTERCARGO αποτελεί βασικό θεσμικό συνομιλητή της διεθνούς ναυτιλίας ξηρού φορτίου.

Η ατζέντα που αναπτύσσει η Ένωση με πρόεδρο τον Γιάννη Ξυλά συνδέει τις νέες εμπορικές προοπτικές με τις απαιτήσεις για ασφαλέστερα και αποδοτικότερα πλοία. Η ανάπτυξη της Δυτικής Αφρικής μπορεί να δημιουργήσει σημαντική πρόσθετη ζήτηση για Capesize, ενώ οι νέες τεχνικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις επηρεάζουν ήδη τον σχεδιασμό των επόμενων ναυπηγήσεων.

Για τους Έλληνες πλοιοκτήτες, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον τόσο στην εξέλιξη των τονομιλίων και των ναύλων όσο και στον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθεί ο στόλος της επόμενης δεκαετίας.

Exit mobile version