Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, που έχει πλέον εισέλθει στον πέμπτο χρόνο της, δεν επηρεάζει τη διεθνή αγορά πετρελαίου και ναυτιλίας. Σύμφωνα με ανάλυση του Νίκου Ταγκούλη, αναλυτή του ναυλομεσιτικού οίκου INTERMODAL, οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα της Ρωσίας να επεξεργάζεται αργό πετρέλαιο, οδηγώντας σε σημαντικές αλλαγές στις θαλάσσιες ροές φορτίων.
Επισημαίνει ότι η αύξηση των εξαγωγών ρωσικού αργού δεν αποτελεί ένδειξη ισχυρότερης πετρελαϊκής αγοράς, αλλά συνέπεια της μειωμένης εγχώριας ικανότητας διύλισης. Καθώς λιγότερες ποσότητες μπορούν να μετατραπούν σε καύσιμα εντός της χώρας, μεγαλύτερο μέρος του αργού κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές μέσω θαλάσσης.
Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG, οι εξαγωγές ρωσικού αργού αυξήθηκαν κατά 7,8% τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, με σημαντική ενίσχυση των αποστολών προς την Ινδία. Η εξέλιξη αυτή αύξησε τη ζήτηση σε όρους τονομιλίων, ιδιαίτερα από τα δυτικά λιμάνια της Ρωσίας, όπως το Πριμόρσκ, το Ουστ-Λούγκα και το Νοβοροσίσκ.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την αύξηση βρίσκεται η πίεση που δέχεται η ρωσική αγορά καυσίμων. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, τουλάχιστον 55 από τις 83 ομοσπονδιακές περιφέρειες της Ρωσίας αντιμετώπιζαν περιορισμούς στην προμήθεια βενζίνης και ντίζελ. Από τον Μάρτιο, περισσότερες από δύο δωδεκάδες ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν πλήξει οκτώ από τα δέκα μεγαλύτερα διυλιστήρια της χώρας, θέτοντας εκτός λειτουργίας περίπου το 20% της συνολικής διυλιστικής δυναμικότητας.
Η επίδραση αποτυπώνεται και στις εξαγωγές προϊόντων πετρελαίου. Οι εξαγωγές μαζούτ της Ρωσίας μειώθηκαν κατά 17% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, γεγονός που καταδεικνύει τη μειωμένη διαθεσιμότητα διυλισμένων προϊόντων τόσο για την εγχώρια αγορά όσο και για τις εξαγωγές.
Όπως εξηγεί ο Νίκος Ταγκούλης, η αλλαγή αυτή δημιουργεί δύο διαφορετικές εικόνες στην αγορά των δεξαμενόπλοιων. Τα crude tankers επωφελούνται, καθώς περισσότερες ποσότητες αργού φορτώνονται από τα λιμάνια της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας, αυξάνοντας την απασχόληση πλοίων τύπου Aframax και Suezmax.
Αντίθετα, τα product tankers βρίσκονται αντιμέτωπα με μειωμένη ζήτηση, καθώς η χαμηλότερη παραγωγή ντίζελ, βενζίνης και καυσίμων αεροπορίας περιορίζει τα διαθέσιμα φορτία από τα ρωσικά λιμάνια. Εάν οι περιορισμοί στις εξαγωγές καυσίμων παραταθούν ή αυστηροποιηθούν, οι πιέσεις για τον συγκεκριμένο κλάδο ενδέχεται να ενταθούν.
Παράλληλα, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι αυξάνεται και το επιχειρησιακό ρίσκο στις μεταφορές που σχετίζονται με τη Ρωσία. Οι επιθέσεις δεν περιορίζονται μόνο στα διυλιστήρια, αλλά επηρεάζουν επίσης λιμενικές εγκαταστάσεις, αποθηκευτικούς χώρους και άλλες κρίσιμες υποδομές, δημιουργώντας καθυστερήσεις στις φορτώσεις, υψηλότερο ασφαλιστικό κόστος και αυξημένες απαιτήσεις συμμόρφωσης και ασφάλειας. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι πλοιοκτήτες ενδέχεται να αποφεύγουν τα δυτικά ρωσικά λιμάνια, περιορίζοντας τη διαθέσιμη χωρητικότητα και αυξάνοντας τη δυσκολία στις ναυλώσεις.
Διαβάστε ακόμη
Εφορία: Νέο σαφάρι διασταυρώσεων για αδήλωτα εισοδήματα στο εξωτερικό
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.