Για να ανακτήσει η Ελλάδα υψηλότερο βαθμό φερεγγυότητας για το δημόσιο χρέος της θα χρειαστεί να αναπτύσσεται ετησίως με τον –εξωφρενικό- ρυθμό της τάξης του 5,5%, εάν δεν μειωθούν οι δανειακές υποχρεώσεις της, σύμφωνα με μελέτη που παρουσίασε ο επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης, στο οικονομικό συνέδριο του Levy Institute που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.
Σύμφωνα με την μελέτη, όμως, εάν οι τόκοι που πληρώνονται ετησίως για το δημόσιο χρέος μειωθούν κατά 30%, τότε η φερεγγυότητα μπορεί να ανακτηθεί με ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 3,5%, ενώ εάν οι τόκοι μειωθούν κατά 50% τότε η χώρα μπορεί να ανακτήσει τη φερεγγυότητά της με ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 2%.
Με βάση την ανάλυση αυτή, η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το δημόσιο χρέος είναι να προσδιοριστεί πρώτο το βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα και στη συνέχεια να οριστεί ποσοστό αποπληρωμής των τόκων από το πραγματοποιούμενο πρωτογενές πλεόνασμα.
Το πώς θα γίνει αυτή η μείωση, δηλαδή με απομείωση χρέους, με επιμήκυνση της ωρίμανσης του χρέους, κλπ, είναι πολύ σημαντικό ζήτημα, αλλά δεν είναι καθοριστικό για τη βιωσιμότητα του χρέους, σημείωσε ο κ. Αργείτης. Το θεμελιακό χαρακτηριστικό της πρότασής μας, είπε, είναι ότι η κάθε επιλογή πρέπει να προσαρμοστεί στο βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα.
Η στρατηγική αυτή είναι αντίθετη με εκείνη που ακολούθησαν οι δανειστές μέχρι τώρα όπου πρώτα αποφασιζόταν το ύψος των τόκων και των χρεολυσίων που θα έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα και στη συνέχεια γινόταν ο προσδιορισμός του πρωτογενούς πλεονάσματος που θα έπρεπε να δημιουργήσει μέσω των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και εσωτερικής υποτίμησης και χωρίς εκτίμηση των αναπτυξιακών και κυρίως των κοινωνικών δυνατοτήτων της.
Η μελέτη του κ. Αργείτη βασίστηκε στη θεωρία του αμερικανού οικονομολόγου Hyman Minsky στο πεδίο της χρηματοοικονομικής μακροοικονομικής. Στο πλαίσιο αυτό, η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους συσχετίζεται με το καθεστώς φερεγγυότητας του κρατικού τομέα, το οποίο με τη σειρά του προσδιορίζει το πιστωτικό ρίσκο της οικονομίας και τη δυνατότητα αναχρηματοδότησης του ληξιπρόθεσμου χρέους από τις αγορές. Το καθεστώς φερεγγυότητας εθνικού κράτους που δεν διαθέτει εθνικό νόμισμα προσδιορίζεται από τη δυναμική της σχέσης τόκων και πρωτογενούς πλεονάσματος.
Όπως εξήγησε ο κ. Αργείτης, για να πετύχει μια τέτοια στρατηγική θα πρέπει να συνοδεύεται από την ενεργοποίηση μηχανισμών στήριξης και επέκτασης της εγχώριας ζήτησης βραχυπρόθεσμα.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προτείνει:
· Θεσμοθέτηση Προγραμμάτων Εγγυημένης Απασχόλησης
Η βασική ιδέα πίσω από το θεσμό της «εγγυημένης απασχόλησης» βρίσκεται στο δημόσιο διάλογο από το 2010 τόσο από το Ινστιτούτο όσο και από το Levy Institute με συγκεκριμένες και ποσοστικοποιημένες προτάσεις και εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης αυτών των προγραμμάτων.
Βασικό πλεονέκτημα τέτοιων προγραμμάτων είναι ότι συμβάλουν στη δημιουργία βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων μέσω της αύξησης του απασχόληση και του ΑΕΠ.
· Επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας στους τομείς:
Επαναφορά του κατώτατου μισθού στο προ της κρίσης επίπεδο.
– της κατανομής του χρόνου εργασίας
– του περιορισμού των άτυπων συμβάσεων εργασίας και των απολύσεων
– της ενίσχυσης του θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων
Επίσης, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προτείνει την αναδόμηση του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση της διαφοροποίησης της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων βάσει της στήριξής τους στους τρεις προαναφερόμενους τομείς. Για παράδειγμα, η επιχείρηση που απασχολεί όλους τους εργαζόμενους της με συμβάσεις πλήρους απασχόλησης να επιβαρύνεται με μικρότερο φόρο συγκριτικά με επιχειρήσεις που δημιουργούν επισφαλείς συμβάσεις εργασίας.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.