Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Απόφαση – κόλαφο για… συμφεροντολόγους έλαβε ο Αρειος Πάγος, καθώς, σύμφωνα με απόφαση που εξέδωσε εις εκ των συζύγων θα πρέπει να επιστρέφει τα ακριβά δώρα μετά τη λήξη του γάμου. Έτσι μπορεί κάποιος να απαλλάσσεται από έναν ανεπιθύμητο σύντροφο, αυτομάτως όμως θα απαλλάσσεται από τα (επιθυμητά) δώρα που κέρδισε από αυτόν.

Όπως αναφέρει δημοσίευμα εφημερίδας, τα μεγάλης αξίας δώρα (π.χ. διαμέρισμα, αυτοκίνητο κ.λπ.) που γίνονται στο πλαίσιο μιας ελεύθερης συμβίωσης, πρέπει να επιστρέφονται εάν λήξει η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο συντρόφων ή εάν πεθάνει ο ένας από τους δύο (έτσι δεν μπορούν να καταλήξουν στους συγγενείς κληρονόμους του άλλου).

Ανατρέποντας αντίθετη απόφαση του εφετείου, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε κατά πλειοψηφία (4-1 ψήφοι) ότι μπορεί να αναζητείται δικαστικά η επιστροφή τέτοιων μεγάλης αξίας δώρων, με βάση τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν έρχεται το τέλος μιας ελεύθερης συμβίωσης.

Έτσι ο Άρειος Πάγος “άναψε πράσινο φως” για να μπορέσει μια γυναίκα να διεκδικήσει δικαστικά όλα τα δώρα (ακίνητα, ΙΧ, κ.λπ. ή τη χρηματική τους αξία) που είχε κάνει στον φίλο της με τον οποίο συζούσε σε ελεύθερη σχέση, χωρίς γάμο και ο οποίος μετά 15 χρόνια σχέσης πέθανε και τον κληρονόμησε η αδελφή του.

Με μια απόφαση-μπούσουλα το ανώτατο δικαστήριο έρχεται να ξεκαθαρίσει το τοπίο όσον αφορά την τύχη των περιουσιακών στοιχείων στην περίπτωση ζευγαριών που συζούν ελεύθερα (χωρίς σύμφωνο συμβίωσης) και χωρίζουν λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων ή λόγω θανάτου.

Στην απόφαση τονίζεται ότι στο πλαίσιο της ελεύθερης συμβίωσης υπάρχουν καθημερινά συνηθισμένες παροχές από τον έναν προς τον άλλον, που γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψης ανταλλάγματος. Στις περιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλουτισμό του άλλου και δεν μπορεί να αξιωθεί η επιστροφή των σχετικών δώρων με τις διατάξεις του ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Αντίθετα -τονίζει ο Άρειος Πάγος- δεν ισχύει το ίδιο όταν υπάρχει παροχή περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, η οποία προϋποθέτει και έχει ως βάση και «θεμέλιο» τη συμβιωτική σχέση των δύο συντρόφων. Έτσι, εάν κατά την ελεύθερη συμβίωση υπήρξε πλουτισμός ενός εκ των συμβιούντων συντρόφων από την περιουσία του άλλου και η περιουσιακή αυτή βελτίωση έγινε με την προοπτική γάμου ή στο πλαίσιο της «κοινωνίας βίου», τότε στην περίπτωση που σταματά η ελεύθερη συμβίωση παύει να υπάρχει και η θεμελιώδης αιτία χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και μπορεί να αναζητηθεί η επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων.

Η υπόθεση – «μπούσουλας» για την απόφαση του Αρείου Πάγου

Η υπόθεση στην οποία βασίστηκε η απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, αφορούσε την  ελεύθερη συμβίωση ενός ζευγαριού στη Β. Ελλάδα από το 1983 έληξε με τον θάνατο του άνδρα στα τέλη του 1997, οπότε η αδελφή του τον κληρονόμησε. Η επί 15ετία σύντροφός του υπέβαλε αγωγή εναντίον της, παρουσιάζοντας οικονομικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία έφερε κατά καιρούς συνάλλαγμα από το εξωτερικό μέσω του οποίου καλύφθηκαν βιοτικές ανάγκες του ζεύγους, αλλά και η αγορά ενός διαμερίσματος στο όνομα του συντρόφου της (αξίας 70.000 ευρώ), καθώς και ενός οικοπέδου (με συγκυριότητα 50%) και ενός ΙΧ, με συνέπεια να έχει συμβάλει με περιουσιακά στοιχεία ύψους 101.230 ευρώ, πέρα από την προσωπική ενασχόλησή της με οικιακές εργασίες και τη φροντίδα του για το μεγάλο διάστημα που ήταν ασθενής. Ετσι διεκδίκησε από την κληρονόμο αδελφή του συντρόφου της το 95% των παροχών της προς εκείνον, αλλά Πρωτοδικείο και Εφετείο απέκρουσαν τη δυνατότητα μιας τέτοιας αξίωσης.

Ο Άρειος Πάγος ανατρέποντας (κατά πλειοψηφία) την εφετειακή κρίση άνοιξε στην τέως σύντροφο τον δρόμο για να διεκδικήσει την κυριότητα των ακινήτων ή τη χρηματική αξία της συνεισφοράς της.