Της Στεφανίας Σούκη
«Τα έργα παραχωρήσεων για τα οποία έχουν ήδη ανακηρυχθεί οι ανάδοχοι σε συνδυασμό με αυτά που έχουν ανακοινωθεί ότι θα προχωρήσουν, αντιστοιχούν σε προϋπολογισμό ύψους 3 δισ. ευρώ. Αν τα μισά- 1,5 δισ. ευρώ – προέλθουν από τραπεζικά κεφάλαια, αποτελεί ένα πολύ μεγάλο στοίχημα για το πώς η χώρα θα καταφέρει να συγκεντρώσει ένα τέτοιο ποσό και φυσικά είναι απαραίτητη και η συμμετοχή αλλοδαπών τραπεζών».
Η παραπάνω δήλωση, ενδεικτική των χρηματοδοτικών αναγκών που θα προκύψουν λόγω των νέων έργων παραχώρησης ανήκει στον κ. Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο, αναπληρωτή διευθυντή μεγάλων χρηματοδοτήσεων της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος βρέθηκε προ ημερών στην εκδήλωση «Χρηματοδοτώντας την ανάπτυξη» για τις Συμπράξεις Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα. Η πλευρά των τραπεζών, τη δεδομένη στιγμή, δηλώνει ικανοποιημένη από την κοινωνική αποδοχή των ΣΔΙΤ- «είμαστε στην ευχάριστη θέση να βλέπουμε ότι δεν εκφράζονται αντιρρήσεις για την ποιότητα των έργων (έστω κι αν ακούγονται φωνές για το ύψος των διοδίων) κάτι το οποίο δεν ήταν δεδομένο μία δεκαπενταετία πριν», ενώ παρατηρούν πλέον σαφώς καλύτερη προετοιμασία και ωρίμανση των έργων προς δημοπράτηση σε σχέση με το παρελθόν.
Ωστόσο, διατηρούν ακόμη μεγάλες αμφιβολίες σε σχέση με την πολιτική βούληση που επίσης απαιτείται και ιδιαίτερα σε όσα έργα σχετίζονται με τους δήμους, οι οποίοι αποτελούν αυτή την στιγμή το μεγάλο ”αγκάθι”. «Περιμένουμε να δούμε αν οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης θα ανταποκριθούν», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Κωνσταντακόπουλος προσθέτοντας ότι «ο ρόλος των ΟΤΑ είναι πολύ κρίσιμος και δυστυχώς δεν υπάρχει τόση εμπειρία».
Στα έργα των 3 δισ. ευρώ περιλαμβάνονται καταρχάς τα έργα διαχείρισης απορριμμάτων για τα οποία ήδη έχουν βρεθεί οι ανάδοχοι, καθώς επίσης και τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια, το αεροδρόμιο στο Καστέλλι, τρία έργα του υπουργείου Υποδομών (υποθαλάσσια Λευκάδας, το έργο Ελευσίνα- Θηβών- Υλίκης, υποθαλάσσια ζεύξη Σαλαμίνας – Περάματος), οι παραχωρήσεις των μαρινών και των τουριστικών λιμένων του ΤΑΙΠΕΔ, το εμπορευματικό κέντρο στο Θριάσιο που ‘’τρέχει’’ η ΓΑΙΑΟΣΕ, η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, η οποία επίσης εντάσσεται στην ‘’ομπρέλα’’ των έργων του ΤΑΙΠΕΔ.
Ως προς τα κριτήρια χρηματοδότησης, με τα οποία αποφασίζουν οι τράπεζες, ο κ. Κωνσταντακόπουλος επισημαίνει ότι «σίγουρα θα πρέπει να είναι έργα με οικονομική αυτοτέλεια, ανταποκρινόμενα σε σαφείς και υπαρκτές ανάγκες. Τα έργα που υλοποιούνται μέσω ΣΔΙΤ πρέπει να αποδείξουν ότι είναι οικονομικά βιώσιμα και χρηματοδοτήσιμα από διάφορα σενάρια, ότι είναι τεχνολογικά εφικτά- δεν μπορούν εν ολίγοις να ενταχθούν έργα τεχνικά δύσκολα ή ιδιαίτερα καινοτόμα-, επιπλέον να έχουν έμπειρο μανατζμεντ και εύρωστους μετόχους. Επιπλέον θα πρέπει να διέπονται από ένα νομικό πλάισιο που να οριοθετεί απόλυτα και ξεκάθαρα τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι αντισυμβαλλόμενοι (αναθέτουσα αρχή, παραχωρησιούχος και δανειοδότες), να υπάρχει η κατάλληλη οργανωτική δομή των φορέων ανάθεσης, ενώ απαραίτητα είναι και τα σενάρια ευαισθησίας, όπου προσμετρώνται π.χ. οι καθυστερήσεις στην κατασκευή, οι δικαστικές εμπλοκές κ.α..
Οι ξένες τράπεζες επανεμφανίζονται
«Αν υπάρχουν κατάλληλα έργα με κατάλληλους όρους, χρηματοδότηση υπάρχει στην Ελλάδα», αναφέρει ο επικεφαλής του τμήματος δομημένων χρηματοδοτήσεων της Eurobank, κ. Σπύρος Βενετσιάνος, προσθέτοντας ότι ακόμη και κατά την περίοδο της κρίσης «το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παρέμεινε σταθερό και συνέχισε να χρηματοδοτεί όσα έργα ήταν βιώσιμα. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι ο διαγωνισμός του ΤΑΙΠΕΔ για τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια, όπου κατατέθηκαν 3 προσφορές που υποστηρίζονται από τραπεζικά consortiums. Αυτό που έφυγε από την Ελλάδα ήταν οι ξένες τράπεζες και τώρα υπάρχουν τα πρώτα σημάδια ότι ενδιαφέρονται- πολύ δειλά- για νέα έργα. Σήμερα υπάρχει τόσο η ρευστότητα όσο και η τεχνογνωσία και επιπλέον η βούληση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ώστε να χρηματοδοτηθούν νέα έργα».
Στο τραπέζι πάντως ειδικά για το κρίσιμο κομμάτι της χρηματοδότησης των ΣΔΙΤ φαίνεται να συζητιούνται πλέον και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα ομόλογα έργου ή η δημιουργία μίας τράπεζας έργων, ενώ όσοι ασχολούνται ενεργά με το συγκεκριμένο κομμάτι, μιλούν ακόμη και για την προώθηση διακρατικών συμφωνιών για την χρηματοδότηση υποδομών, ήτοι για συμφωνίες όπου οι εταιρείες του ενός κράτους αναλαμβάνουν να χρηματοδοτήσουν και να υλοποιήσουν έργα στο άλλο με βάση συγκεκριμένο πλαίσιο. Η Ελλάδα φαίνεται να είναι μακριά ακόμη από την υιοθέτηση των συγκεκριμένων χρηματοδοτικών εργαλείων, τα οποία πάντως δε θα πρέπει να αποκλείονται δεδομένων των μεγάλων χρηματοδοτικών αναγκών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.