Τις προοπτικές της οικονομικής ανάκαμψης εάν η Ελλάδα συνεχίσει να ακολουθεί τη στρατηγική της τρόικας για δημοσιονομική λιτότητα και εσωτερική υποτίμηση, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και των εξαγωγών, εξετάζει σε ανάλυση του το Levy Economics Institute of Bard College με τίτλο “Ο τουρισμός θα σώσει την Ελλάδα;”
Σύμφωνα με τους συντάκτες, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Νικηφόρος και Gennaro Zezza, η άνευ προηγουμένου συρρίκνωση των πραγματικών και ονομαστικών μισθών μπορεί να χρειαστεί αρκετό καιρό για να παρουσιάσει τα αποτελέσματά στο εμπόριο. Επισημαίνουν επίσης ότι οι επιπτώσεις των χαμηλότερων τιμών στον τουρισμό δεν θα οδηγήσουν σε επαρκή έσοδα από το εξωτερικό προκειμένου να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα που θα υπερκεράσει τη δημοσιονομική λιτότητα.
Οι ίδιοι συμπεραίνουν ότι χρειάζεται επειγόντως μια στροφή στη δημοσιονομική πολιτική, προς χαμηλότερη φορολογία και δημιουργία θέσεων εργασίας.
Αναλυτικά αναφέρουν ότι στην τελευταία αξιολόγηση της επίδοσης της ελληνικής οικονομίας το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εμφανίζεται πιο αισιόδοξο για το μέλλον της χώρας, λέγοντας ότι παρουσιάζει «αρχικά σημάδια οικονομικής σταθεροποίησης», καθώς η ετήσια συρρίκνωση του ΑΕΠ, τα τελευταία τρίμηνα είναι μικρότερη σε σχέση με το παρελθόν, και η ανεργία έχει υποχωρήσει ελαφρώς.
Το ΔΝΤ επαινεί την κυβέρνηση για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013 άνω του στόχου και νωρίτερα του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος. Ωστόσο, εξακολουθεί να προτείνει περαιτέρω δημοσιονομική σύσφιξη για το κλείσιμο του δημοσιονομικού κενού την επόμενη χρονιά και τη διασφάλιση πρωτογενούς πλεονάσματος άνω του 4% του ΑΕΠ, που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της τρόικας σχετικά με τη μείωση του χρέους.
Επιπλέον, το ΔΝΤ, αναμένει ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ θα ξεπεράσει το 2%, για να κλείσει το κενό έως το 2019.
Η εν λόγω ανάλυση ταμφισβητεί την άποψη του ΔΝΤ και τις πολιτικές που πηγάζουν από αυτήν, θεωρώντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο από ευχολόγια.
Συγκεκριμένα, προκειμένου η ανάπτυξη να ξεπεράσει το 2%, ορισμένες συνιστώσες της συνολικής ζήτησης θα πρέπει να αρχίσουν να αυξάνονται. Μια σημαντική αύξηση στις ιδιωτικές επενδύσεις θα απαιτηθεί, με μια σύνθεση ευνοϊκή για την επέκταση των εξαγωγών, ενώ οι μισθοί αυξάνονται σύμφωνα με την παραγωγικότητα, επιτρέποντας την ανάπτυξη της εγχώριας κατανάλωσης.
Ωστόσο, συνήθως οι επενδύσεις αυξάνονται παράλληλα με την αναμενόμενη κερδοφορία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εγχώρια οικονομία βρίσκεται σε ύφεση – και διατηρείται σε αυτή την κατάσταση από τη δημοσιονομική λιτότητα – ενώ η εξωτερική ζήτηση είναι στάσιμη, δημιουργώντας χαμηλότερες προσδοκίες για μια ανάκαμψη της κερδοφορίας.
Επιπλέον, η υπόθεση ότι η δημοσιονομική λιτότητα δεν έχει καμία επίπτωση – ή έχει θετική επίδραση – στον ανάπτυξη, έχει απαξιωθεί από σειρά γεγονότων από την αρχή της κρίσης στην ευρωζώνη.
Τα αποτελέσματα προσομοίωσης του μακροοικονομικού μοντέλου για την Ελλάδα, του Levy Institute, καθιστούν αδύνατο για μια πολιτική παρατεταμένης δημοσιονομικής προσαρμογής να επιτύχει, εκτός και εάν ένα μεγάλο και αυξανόμενο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών επιτευχθεί, κάτι που είναι πιθανώς αδύνατο να συμβεί στο άμεσο μέλλον.
Παραγωγή και απασχόληση
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η οριακή μείωση του ποσοστού ανεργίας και η σταθεροποίηση της απασχόλησης, που διαπιστώνεται τους τελευταίους μήνες, δεν αποτελεί απόρροια της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας αλλά σχετίζεται με τη μείωση του πληθυσμού που έχει υποχωρήσει στα επίπεδα του 2004. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν συγκρίνοντας τα στοιχεία της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας για την ανεργία και τον πληθυσμό.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο πληθυσμός, που έφθασε το πικ του, 9,437 εκατομμύρια στα τέλη του 2008 και στη συνέχεια άρχισε να φθίνει, θα φθάσει στα 9,296 εκατομμύρια το πρώτο τρίμηνο φέτος, δηλαδή στο επίπεδο του 2004.
Παράλληλα, η φυγή των νέων Ελλήνων στο εξωτερικό και υποχώρηση της μετανάστευσης εξειδικευμένων εργατών στην Ελλάδα θα συνεχιστούν. Αυτή η διττή απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου θα δυσχεράνει περαιτέρω την ανάκαμψη της Ελλάδας, ενώ η γήρανση του πληθυσμού θα ασκήσει ακόμη περισσότερες πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας.
Υποχωρούν οι Ιδιωτικές επενδύσεις- Αυξάνονται τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
Το Levy Institute δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ελεύθερη πτώση των ιδιωτικών επενδύσεων, που υποχώρησαν κατά 7,9% το α’ τρίμηνο του 2014 και άνω του 10% το 2013. Με την υποχώρηση των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα, σχετίζεται και η ακόμη ασταθής κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
«Η κεφαλαιακή επάρκεια του κλάδου είναι ακόμη αδύναμη, καθιστώντας πολύ δύσκολη την πρόσβαση σε πιστωτική ρευστότητα», σημειώνει η ανάλυση προσθέτοντας ότι ένα από τα βασικά προβλήματα των μεγάλων συστημικών τραπεζών είναι το μέγεθος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL).
Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι είναι επείγουσα ανάγκη να υπάρξει μία πολιτική αντιμετώπισης του αρκετά μεγάλου μεγέθους των NPLs.
Μια προσεκτικά σχεδιασμένη πολιτική θα μπορούσε να εφαρμοστεί για την ανακούφισης χρέους σε ιδιοκτήτες ακινήτων και άλλα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Η πολιτική αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει συνδυασμό διαγραφής χρέους που να αντιπροσωπεύει τις τρέχουσες εμπορικές αξίες και/ή διαπραγματεύσεις για καλύτερους όρους και πιθανή κρατική ανάληψη των προβληματικών στεγαστικών δανείων.
Μια τέτοια πολιτική θα σταθεροποιούσε την ελληνική αγορά ακινήτων, ανακόπτωντας τη συνεχιζόμενη πτώση της.
Οι αναλυτές διαπιστώνουν ότι η συνολική υποχώρηση του πραγματικού ΑΕΠ, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην συνεχιζόμενη συρρίκνωση των ιδιωτικών επενδύσεων και οι προοπτικές για τη χρηματοδότηση τέτοιων επενδύσεων παραμένουν ζοφερές.
Ο τουρισμός δεν μπορεί να κάνει…θαύματα
Ορισμένοι δείκτες του τουρισμού έχουν σημειώσει βελτίωση προσφάτως. Ένας από αυτούς είναι ο δείκτης κύκλου εργασιών στον τουριστικό κλάδο, ο οποίος βελτιώθηκε το α’ τρίμηνο του 2014 κατά 14% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2013. Ωστόσο η τιμή του παραμένει 30% χαμηλότερα από το υψηλό που άγγιξε το 2008.
Η ανάκαμψη του τουρισμού επιδρά ως ένα βαθμό στο ισοζύγιο εμπορίου και υπηρεσιών. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή έχει μηδαμινή επίδραση στην απασχόληση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία καθαρής απασχόλησης, ο κλάδος εμφανίζει σημάδια αναδιάρθρωσης τα οποία με τη σειρά τους μπορεί ταυτόχρονα να υποδηλώνουν υψηλότερη παραγωγικότητα και μικρότερη προοπτική απορρόφησης ανέργων.
Συνολικά, η αύξηση των τουριστικών δραστηριοτήτων έχει μέχρι στιγμής συμβάλλει σε περιορισμένο βαθμό στη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών και της απασχόλησης και είναι απίθανο να αλλάξει δραματικά τις συνθήκες που θα οδηγούσαν σε σημαντικό αντίκτυπο είτε στο ισοζύγιο πληρωμών είτε στην απασχόληση.
Ανταγωνιστικότητα
Ο μισθολογικός αποπληθωρισμός έχει συντελεστεί στην Ελλάδα, σε ρυθμό που δεν έχει υπάρξει σε άλλη αναπτυγμένη χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ωστόσο όπως αναφέρουν οι αναλυτές του Levy Institute, η κατακρήμνιση μισθών και κόστους εργασίας, είχε μικρή επίδραση, αν έχει κάποια, στο εμπόριο.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα αυξανόταν με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ευρωζώνης πριν την μεγάλη ύφεση του 2007. Η παραγωγικότητα άρχισε να υποχωρεί παράλληλα με την μείωση του ΑΕΠ και είναι απίθανο να ανακάμψει εκτός και εάν η συνολική ζήτηση αυξηθεί, τροφοδοτώντας αυξήσεις στην παραγωγή.
Συμπεράσματα
Η πρόσφατη αισιοδοξία για την Ελλάδα λόγω της υποχώρησης των αποδόσεων των κρατικών της ομολόγων είναι αβάσιμη, εκτιμούν οι αναλυτές του Levy Institute.
Οπως το έθεσε ο Desmond Lachman, «παρά τα ενθαρρυντικά στοιχεία για την έναρξη μιας οικονομικής ανάπτυξης, η Ελλάδα παραμένει βυθισμένη στη βαθύτερη των οικονομικών υφέσεων και τώρα επιβαρύνεται από ένα βουνό χρέους» και συμπληρώνουν πως οι στρατηγικές επιλογές της χώρας είναι περιορισμένες. Η μείωση του πεισματικά υψηλού ποσοστού ανεργίας και η αντιστροφή των μειούμενων περιουσιών των νοικοκυριών είναι επείγουσες προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Η οικονομική ανάπτυξη και η αυξημένη εγχώρια ζήτηση δεν θα προκύψουν από τις δαπάνες του ιδιωτικού τομέα, καθώς τα νοικοκυριά, υπερφορτωμένα από τη συνεχώς αυξανόμενη φορολόγηση, συνεχίζουν την απομόχλευση και ο κλάδος των επιχειρήσεων βρίσκεται χωρίς βιώσιμες επιλογές για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Ο αυξημένος τουρισμός, παρά τις εκατομμύρια αφίξεις τουριστών, είναι απίθανο να προσφέρει την αναμενόμενη ανάκαμψη.
“Η υψηλή ανεργία και η μειωμένη παραγωγή, που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην εγχώρια ζήτηση, έχουν ωθήσει την Ελλάδα στον αποπληθωρισμό, φαινόμενο που είναι απίθανο να διαρκέσει σχετικά βραχυπρόθεσμα.
Η προσέγγιση που χαρακτηρίζεται από σκληρά προγράμματα λιτότητας τα οποία δεν προσφέρουν ανάπτυξη και διατηρούν τα άνευ προηγουμένου επίπεδα της ανεργίας μεσοπρόθεσμα, πρέπει να σταματήσει. Αντ’ αυτού πρέπει να υιοθετηθεί μία αλλαγή δημοσιονομικής πολιτικής προς τη μείωση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας και χρηματοδότησης της εργασίας από δημόσιους πόρους”.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.