Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

της Ελένης Στεργίου

Πόσες πιπεριές τσίλι χρειάζονται για να εκτοπίσουν την… κέτσαπ; Η απάντηση είναι 45 εκατομμύρια κιλά μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η ζήτηση ενός τριμήνου. Έτσι, γεμίζουν τα μπουκάλια της καυτερής σάλτσας  Sriracha, η οποία έχει γίνει η νέα μανία των Αμερικάνων με ραγδαίες επεκτατικές τάσεις και στην Ευρώπη. Πρόσφατα πραγματοποίησε συνεργασία με τα πατατάκια Lays, η οποία σνόμπαρε την κλασσική κέτσαπ, ενώ τα κόκκινα μπουκαλάκια της φιγουράρουν στα τραπέζια των καλύτερων εστιατορίων της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου.

Η ιδέα ανήκει σε έναν άντρα μυστήριο που έφτασε στο Λος Άντζελες από το Βιετνάμ και κατάφερε μετά από τριάντα περίπου χρόνια να παράγει 20 εκατομμύρια φιάλες το χρόνο, με τις πωλήσεις κάθε χρόνο να αυξάνονται με διψήφια ποσοστά και χωρίς να έχει ξοδέψει ούτε ένα σεντς σε διαφήμιση!

Το όνομά του είναι David Tran, 68 ετών και είναι ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Huy Fong Foods. Εξαιτίας των ελάχιστων εμφανίσεων του σε δημόσιους χώρους έχει δημιουργηθεί ένα μυστήριο γύρω από το προφίλ του και την ιστορία του, ενώ οι ανταγωνιστές προσπαθούν να μάθουν τη “μαγική” συνταγή της σάλτσας.  Αποφεύγει τη δημοσιότητα και όπως λέει στους φίλους του δεν νοιάζεται για τα κέρδη, ενώ δεν… ξέρει πού οι σάλτσες του πωλούνται. “Το όνειρό μου ποτέ δεν ήταν να γίνω δισεκατομμυριούχος. Είναι να δημιουργώ φρέσκια σάλτσα τσίλι που όλοι θα την θέλουν. Τίποτα περισσότερο”. Αυτά είναι τα λόγια που έχουν ειπωθεί δημοσίως από τον Tran. Να σημειωθεί ότι ο κλάδος της καυτερής σάλτσας έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε μία από τις πιο αναπτυσσόμενες αγορές, με παγκόσμιες πωλήσεις πάνω από 1,5 δισ. Δολάρια.

Ποια η ιστορία του; Ίδρυσε την επιχείρηση πριν από περίπου 35 χρόνια στο Λος Άντζελες και πλέον είναι η νούμερο ένα σάλτσα στην πόλη και από τις κορυφαίες παγκοσμίως. Έφτασε στην Αμερική το 1980. Υπάρχει ένας μύθος ότι πήγε…. κολυμπώντας, κάτι σαν τον Τσακ  Νόρις. ‘Ανεργος, λοιπόν, σε μία ξένη χώρα, αντιλήφθηκε ότι στην νέα του πατρίδα δεν συνοδεύουν τα πιάτα τους με καμία καυτερή σάλτσα.  Εκεί γεννήθηκε η ιδέα. Σε λίγους μήνες έφτιαξε την Sriracha, με αναμνήσεις από το Βιετνάμ. Ξεκίνησε να πωλεί αρχικά τη σος σε μικρά εστιατόρια στην κινέζικη συνοικία του Λος Άντζελες και ύστερα επεκτάθηκε. Η συνταγή είναι μυστική, ωστόσο τα φανερά συσταστικά  της σάλτσας είναι οι πιπεριές τσίλι, ξύδι, ζάχαρη, αλάτι και  σκόρδο. Βέβαια, τον έχουν κατηγορήσει ότι η συνταγή δεν είναι δική του. Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα στον Guardian,  η σάλτσα έχει γεννηθεί στην παραθαλάσσια ταϊλανδέζική πόλη του Si Racha από μια ντόπια γυναίκα, ονόματι Thanom Chakkapak.
Πάντως, μία βασική διαφορά από τους ανταγωνιστές της, όπως για παράδειγμα το  Tabasco, είναι ότι εκείνες χρησιμοποιούν τσίλι σε σκόνη ή ξερές πιπεριές, καθώς είναι πιο εύκολο να επεξεργαστούν και να μεταφερθούν. Όμως, ο Tran μαζεύει φρέσκες πιπεριές και για αυτό το εργοστάσιο της Huy Fong είναι μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από την φάρμα Underwood Family, η οποία είναι ο μοναδικός προμηθευτής τσίλι της εταιρείας για τα τελευταία 20 χρόνια. Τα μπουκάλια έχουν λογότυπο ένα κόκορα και ένα πράσινο καπάκι. Το 2014, η εταιρεία πλέον έχει γιγαντωθεί και η αυξημένη ζήτηση τον ανάγκασε να μετακομίσει σε ένα νέο εργοστάσιο που παράγει 3.000 φιάλες την ώρα, ενώ τα μηχανήματα δουλεύουν για 24 ώρες και έξι ημέρες την εβδομάδα!
Σεφ από όλο τον κόσμο δίνουν τις καλύτερες κριτικές, λέγοντας ότι είναι σαν την κέτσαπ, αλλά πιο γευστική, καθώς έχει μία τέλεια ισορροπία μεταξύ καυτερού και γλυκού, συνοδεύοντας τέλεια πατάτες, κοτόπουλο, σούπες, φιλέτο, πίτσες και άλλα πολλά φαγητά. Το 2009, ονομάστηκε “συστατικό της Χρονιάς” από το περιοδικό Bon Appétit, ενώ έχει γίνει πηγή έμπνευσης για ντοκιμαντέρ, βιβλία μαγειρικής, εκθέσεις και άλλα.

Η εταιρεία Huy Fong δεν έχει ξοδέψει ούτε ένα σεντς για διαφήμιση, ενώ δεν έχει λογαριασμό στο Twitter, το Facebook ή το Google Plus και η ιστοσελίδα έχει τα βασικά στοιχεία. Γενικά, φαίνεται να θέλουν να διατηρούν ένα χαμηλό προφίλ, γεννώντας ένα μυστήριο γύρω από τον ιδρυτή της, ενώ τα οικονομικά αποτελέσματα και τα ποσοστά των πωλήσεων δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας επίσημα. Η κατά προσέγγιση αύξηση των πωλήσεων εξάγεται από στατιστικά του δικτύου πωλήσεων και από κάποιες ελάχιστες δηλώσεις του David Tran. Σε ένα πρόσφατο ντοκιμαντέρ παραδέχθηκε ότι δεν ξέρει ακριβώς που πουλάει και πόσα. “ Το μόνο που ξέρω είναι ότι έχει ζήτηση και ότι υπάρχουν μπουκάλια σε αγγλικά, κινέζικα, βιετναμέζικα, γαλλικά και ισπανικά καταστήματα”, δήλωσε. Έτσι, όλα έχουν γίνει από στόμα σε στόμα, γιατί η γεύση του δεν χρειάζεται διαφήμιση, όπως φαίνεται.