Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google
Της Σοφίας Νέτα 
 
«Η επίτευξη της “δημοσιονομικής ευταξίας” –έστω μερικής έκτασης- συνιστά μια θετική εξέλιξη η οποία οφείλει να πιστωθεί στο οικονομικό επιτελείο αλλά όμως καθίσταται άκρως επώδυνη εξαιτίας της κατάρρευσης του συνόλου των κοινωνικών υποσυστημάτων (υγεία, ασφάλιση, παιδεία, ασφάλεια), ως αποτέλεσμα της απουσίας πολιτικών διαρθρωτικών αλλαγών η οποία επίσης πιστώνεται –αρνητικά βεβαίως- στην κυβέρνηση.» επισημαίνει στο newmoney.gr ο καθηγητής των Οικονομικών της Υγείας Γιάννης Κυριόπουλος, τονίζοντας πως «το φαινόμενο αυτό, σε συνδυασμό με τη θέση της διεθνούς επιτήρησης προβάλλουν το “ελληνικό πρόβλημα” ως κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, όπως εξάλλου υπήρξε και κατά την έναρξη αυτής της τραγικής διαδικασίας. Είναι πλέον προφανές,», σημειώνει, πως «η φύση και ο χαρακτήρας του ζητήματος αυτού δεν επιτρέπει βελτιώσεις τεχνικού χαρακτήρα όπως αποδείχθηκε από την πρόσφατη εμπειρία. Υπό το πρίσμα αυτό, η μοναδική επί της ουσίας εναλλακτική προσέγγιση (ευρέως γνωστή ως “σχέδιο Β”) ή διάφορες παραλλαγές της αναδύεται ισχυρά ως συμπληρωματική και υπό ορισμένες προϋποθέσεις ως κυρίαρχη θέση παρά τον οδυνηρό χαρακτήρα της».
 
Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο καθηγητής, «το “παλαιό καθεστώς” επιχειρεί να αποδράσει με την αναπαραγωγή πολιτικού “σκηνικού” της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου και ενώ το πολιτικό πρόβλημα έχει σχεδόν επιλυθεί στη μια πλευρά του πολιτικού φάσματος (μεσοπρόθεσμα) με την ετυμηγορία του ελληνικού λαού και την ανάδειξη της ριζοσπαστικής αριστεράς ως ηγεμονικής δύναμης στην άλλη πλευρά -των αστικών δυνάμεων- η στρατηγική αμηχανία σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση της ιδεολογικής ηγεμονίας παραμένει ως μείζον αιτούμενο και ως επείγουσα αναγκαιότητα. Η διαφαινόμενη συνδρομή “ενδιάμεσων δυνάμεων” είναι προδήλως ανεπαρκής και ως εκ τούτου ατελέσφορη. Είναι βέβαιο, ότι η διεθνής επιτήρηση παρά την πλήρη κατάρρευση του σχεδίου “εσωτερικής υποτίμησης” έχει ως βασική συνιστώσα της πολιτικής της, την άρνηση δημοσιονομικής “απελευθέρωσης” της χώρας ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών εξελίξεων και αυτή είναι μια εξέλιξη η οποία οδηγεί στην εσωτερική απορρύθμιση και την κοινωνική “κόλαση”.
 
Εν κατακλείδι, το “ελληνικό πρόβλημα” καθίσταται, υπό τις παρούσες συνθήκες, άκρως δυσεπίλυτο και θέτει δραματικά διλήμματα τα οποία αναφέρονται στη στρατηγική προσανατολισμού της χώρας αλλά και στην ανθεκτικότητα του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος δεδομένου ότι η πολιτική και η κουλτούρα της μεταπολίτευσης έχει υποστεί συντριπτική και μη ανατάξιμη ήττα.»
 
-Το ΕΣΥ ανήκει στους χρονίως πάσχοντες, ενώ ο ΕΟΠΥΥ θα λέγαμε ότι γεννήθηκε με βαρύ κληρονομικό νόσημα. Είστε αισιόδοξος για βελτίωση της κατάστασης ή ακόμη και για τη θεραπεία τους;
 
Το σύνολο του υγειονομικού τομέα στο δημόσιο σκέλος τουλάχιστον πάσχει από βαρεία χρόνια πολυνοσηρότητα στη βάση της οποίας εδράζεται ένα επίσης βαρύ κληρονομικό νόσημα εξαιτίας των δομικών αντιφάσεων του ΕΣΥ, κατάσταση η οποία επιβαρύνεται από την πρόσφατη ανορθόδοξη συγκρότηση του ΕΟΠΥΥ. Ο παθογενετικός μηχανισμός του φαινομένου συνιστά κυρίως ένα ζήτημα πολιτικής και κουλτούρας, δεδομένου ότι η ταχεία μεγέθυνση του υγειονομικού τομέα τις τελευταίες δεκαετίες συνοδεύεται με μείζονες εκδηλώσεις πολιτικής και οικονομικής κερδοσκοπίας παρά ως πραγματοποίηση κοινωνικού και πολιτικού σχεδίου στο οποίο ενσωματώνονται οι προτιμήσεις των πολιτών. Παρά ταύτα η ανασυγκρότηση του υγειονομικού τομέα είναι εφικτή αλλά τα βασικά προαπαιτούμενα είναι πρωτίστως πολιτικού χαρακτήρα.
 
Είναι πρόδηλο ότι η κρατούσα τάξη πραγμάτων –υπό το επαχθές βάρος της οικονομικής κρίσης- προσανατολίζεται βαθμιαία αλλά συστηματικά στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Ήδη, η επίπτωση των δυσμενών μακροοικονομικών μεγεθών (ρυθμός ανάπτυξης, επίπεδο απασχόλησης) στους προϋπολογισμούς και κατ’ επέκταση στις παροχές της κοινωνικής ασφάλισης είναι δραματική. Ειδικότερα, στον υγειονομικό τομέα (ΕΣΥ και ΕΟΠΥΥ) η μείωση της δημόσιας δαπάνης κατά 35% περίπου (σε σχέση με το 2009) προκαλεί μείζονες ανισορροπίες και θέτει εμπόδια στη πρόσβαση και τη χρήση υπηρεσιών σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ενώ μια ταχύτατη διαδικασία αποασφάλισης ανατρέπει ευθέως την αρχή της καθολικής κάλυψης. Πρόκειται για φαινόμενα κοινωνικής παλινδρόμησης. Πάρα ταύτα, η επαναφορά είναι εφικτή αλλά πρωτίστως πολιτική.
 
-Είναι πάντως γεγονός πως αυτή η προσπάθεια άμεσης εξοικονόμησης χρημάτων θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε διόγκωση των δαπανών υγείας;
 
Οι πολιτικές περικοπής της υγειονομικής δαπάνης (αντί των πολιτικών βελτίωσης της αποδοτικότητας) οι οποίες προωθούνται από τους τεχνικούς της troika και της task force είναι λανθασμένες και μεταφέρουν μη ανεκτά οικονομικά βάρη στα νοικοκυριά. Σε επίρρωση αυτής της διατύπωσης είναι η (παραμένουσα επιμόνως) υψηλή ιδιωτική δαπάνη υγείας στην περίοδο της κρίσης, παρά τη μεγάλη μείωση των εισοδημάτων. Εν άλλοις, αυτή η πολιτική επιταχύνει τη διαδικασία αύξησης της καταστροφικής δαπάνης των νοικοκυριών για την υγεία και σε συνδυασμό με την ευρεία αποασφάλιση του πληθυσμού οδηγεί και εντείνει το φαύλο κύκλο “φτώχειας-αρρώστιας-φτώχειας“. Η πολιτική της διεθνούς επιτήρησης στην υγεία συνιστά ύβρη για τις αξίες της καθολικότητας και της αλληλεγγύης οι οποίες συγκροτούν το κράτος πρόνοιας αλλά και προσβολή για το ευρωπαϊκό κοινωνικό και πολιτισμικό κεκτημένο.
 
Η στρατηγική επιδίωξη του “παλαιού καθεστώτος” είναι ένα μικρό κρατικό, αντιτεχνολογικό σύστημα υγείας με βάση την κρατική χρηματοδότηση με υψηλό κόστος χρόνου και περιορισμένες επιλογές, πράγμα το οποίο στρέφει αντιρροπιστικά τη μεσαία τάξη στον ιδιωτικό τομέα υγείας. Αμφότερα, συνεισφέρουν στην αύξηση των ιδιωτικών πληρωμών και παραπληρωμών, στη διεύρυνση των ανισοτήτων και στην επάνοδο στην προβισμαρκιανή περίοδο.
 
-Οι προβλέψεις μιλούν για σημαντική υποβάθμιση της υγείας των κατοίκων της χώρας μας. Τι σημαίνει αυτό για την οικονομία της Ελλάδας;
 
Τα επιδημιολογικά δεδομένα επισημαίνουν μια ανησυχητική επιβράδυνση του ρυθμού βελτίωσης του επιπέδου υγείας και σε μερικές περιπτώσεις μια απειλητική στασιμότητα ή/και υποχώρηση. Η πρόγνωση για την εξέλιξη αυτών των μεγεθών είναι δυσμενής –υπό τις παρούσες συνθήκες- και η κατάσταση αυτή (σε περίοδο ειρήνης) συνιστά ιστορικό αρνητικό συμβάν στην υγειονομική ιστορία της χώρας.
 
Εκ παραλλήλου, ερευνητικά εμπειρικά ευρήματα αποστέλλουν μηνύματα και καταδεικνύουν ότι παράγοντες κινδύνου οι οποίοι σχετίζονται με τη συγκυρία, όπως η ανεργία, η υπερχρέωση και ο δανεισμός των νοικοκυριών και βεβαίως η οικονομική κρίση έχουν στατιστικά σημαντική σχέση με τη θνησιμότητα από αυτοκτονίες αλλά και τη νοσηρότητα από ισχαιμική καρδιοπάθεια, κατάθλιψη και άλλα νοσήματα.
 
Είναι προφανές ότι τα φαινόμενα αυτά διαβρώνουν το επίπεδο υγείας και απομειώνουν το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας, το οποίο συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για την οικονομία και την ανάπτυξη. Κατά συνέπεια η αμφίδρομη συνάρτηση: “υγεία και ευημερία” κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα ως “αρρώστια και φτώχεια” και ως εκ τούτου συνιστά πρώτιστη επιλογή η ανατροπή αυτής της χαμηλής ισορροπίας.
 
-Η οργάνωση της ΠΦΥ, ζήτημα που δεν έχει λυθεί εδώ και δεκαετίες, είναι τελικά «κλειδί» στη βελτίωση του συστήματος;
 
Η πολιτική προτεραιοποίηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας για την υγεία αποτελεί μια καλή απάντηση στα προβλήματα κλινικής αποτελεσματικότητας, αποδοτικής χρήσης των υγειονομικών πόρων και κοινωνικής ισότητας τα οποία χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη (υπερ) τεχνολογική ιατρική και το σύστημα υγείας διεθνώς και στη χώρα μας.
 
Υπό αυτή την έννοια, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι η διεθνής επιστημονική κοινότητα επιδιώκει την επαναφορά στις αρχές και τις αξίες της Διακήρυξης της Alma Ata του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σύμφωνα με την οποία τα συστήματα υγείας έχουν ως βάση την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ως συνεχή, περιεκτική και ολιστική διεπιστημονική προσέγγιση της υγείας, του ατόμου, της οικογένειας και της κοινότητας.
 
Κατά συνέπεια, η πρωτοβάθμια φροντίδα οφείλει να αποτελεί την εμπροσθοφυλακή των αναγκαίων διαρθρωτικών αλλαγών, οι οποίες επί του παρόντος δεν κινητοποιούνται και δεν αντικαθιστούν τις “οριζόντιες” πολιτικές περικοπών και συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας.
 
Η επιλογή της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας συνιστά επίσης μια προσέγγιση για την αποδοτική κατανομή των πόρων δεδομένου ότι αποτελεί υποκατάστατο της (δαπανηρής) τεχνολογικής νοσοκομειακής ιατρικής η οποία ενοχοποιείται για φθίνουσες αποδόσεις και χαμηλή (ιατρική) αποτελεσματικότητα σε πολλές περιπτώσεις.
 
Ακόμη, στις περιορισμένες πολιτικές επιλογές –στη δίνη της οικονομικής κρίσης- ενδεχομένως είναι ένα από τα ελάχιστα μεταρρυθμιστικά “εργαλεία”, τα οποία είναι διαθέσιμα.
 
-Πάντως από την ίδρυση του, το ΕΣΥ δεν κατάφερε να ορθοποδήσει. Ποια είναι η ρίζα του κακού;
 
Το εγχείρημα για την εγκαθίδρυση του ΕΣΥ εμπεριέχει –μεγάλης έκτασης- contradictio in terminis και χαρακτηρίζεται από δομικές αντιφάσεις μείζονος βαθμού, οι οποίες αντικατοπτρίζουν την κατάσταση σύγχυσης και αμφιθυμίας της συγκεκριμένης περιόδου.
 
Στο πλαίσιο αυτό, η αναζήτηση ιδεολογικού άλλοθι διαμέσου μιας πληθωριστικής ρητορικής –αντί του μεσομακροπρόθεσμου προγραμματισμού- διευκολύνει για μακρό χρόνο την ανάπτυξη πολιτικής κερδοσκοπίας και επιπροσθέτως συγκροτεί ένα στρεβλό ιατροτεχνολογικό σύμπλεγμα μεγάλης έκτασης στο οποίο κυριαρχούν οι ιδιωτικές πληρωμές και προπληρωμές και κατά συνέπεια εκτεταμένες κοινωνικές ανισότητες. Αναμφιβόλως, η βιομηχανία ιατρικής περίθαλψης στη χώρα χρειάζεται ριζικό “reengineering”.  Αυτό επίσης  είναι ένα πολιτικό ζήτημα.
 
-Από τη διεθνή εμπειρία, ποιο σύστημα έχει αποδειχθεί πιο λειτουργικό και ανθεκτικό;
 
Η αναζήτηση ενός “πρότυπου” συστήματος υγείας συνιστά ένα παίγνιο αφελών και ημιμαθών, αποτελεί μια φενάκη επί της οποίας αναπτύσσεται η στρατηγική αμηχανία και η διανοητική εξάρτηση οι οποίες χαρακτηρίζουν εν πολλοίς τις πολιτικές υγείας αλλά και ευρύτερα τον πολιτικό βίο της χώρας. Βεβαίως τα συστήματα υγείας έχουν ποικίλα χαρακτηριστικά άλλοτε άλλη τυπολογία αλλά και διαφορετικό μείγμα στο αντιστάθμισμα ισότητας και αποδοτικότητας και ως εκ τούτου διαφορετικές επιδόσεις ως προς τα κριτήρια αυτά.
 
Εξάλλου η πληθώρα των μεταρρυθμίσεων στις τελευταίες δεκαετίες έχουν ακυρώσει τη μηχανιστική διάκριση μεταξύ συστημάτων τύπου Beveridge (Βρετανία, Σκανδιναβικές Χώρες) και Bismark (Γερμανία, Γαλλία) ή και ακόμη τη διάκριση “εντεύθεν και εκείθεν” του ατλαντικού ωκεανού και έχουν επιβάλλει σημαντικές συγκλίσεις ώστε η πολιτική και επιστημονική συζήτηση αναφέρεται πλέον σε συστήματα Bev-marck ή Bis-eridge. Υπό την έννοια αυτή, η αναζήτηση του “ελληνικού δρόμου” για την υγειονομική ανάπτυξη είναι η κατάλληλη απάντηση και παρά τις στρεβλώσεις οι οποίες έχουν επισημανθεί, υπάρχουν παραλλήλως σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στον υγειονομικό τομέα της χώρας.
 
-Τελικά υπάρχει περιθώριο αισιοδοξίας;
 
Βεβαίως. Σε τεχνικό επίπεδο υπάρχουν οι εναλλακτικές προσεγγίσεις οι οποίες οδηγούν σε “παραγωγικές” διαρθρωτικές πολιτικές. Όμως το πρόβλημα (και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό) είναι κυρίως πολιτικό με την έννοια ότι είναι αναγκαία η εκδήλωση σαφούς πολιτικής δέσμευσης και εκπόνησης εφικτού μακροπρόθεσμου προγράμματος. Όμως από τις υπάρχουσες ενδείξεις φαίνεται ότι δεν υπάρχει μια σχετική “γραμμή πλεύσης”. Αυτό είναι κυρίως το οποίο πρέπει να αλλάξει.