Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

1069048/ΔΕΛ/Α/2.5.2014

Σας παρέχουμε τις απαραίτητες ερμηνευτικές οδηγίες για την «ορθή» και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων που αναφέρονται στο παραπάνω θέμα.

Άρθρο 23

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού καθορίζονται οι εξουσίες της Φορολογικής Διοίκησης με σκοπό τη διαπίστωση της εφαρμογής των φορολογικών διατάξεων εκ μέρους του φορολογούμενου και την επαλήθευση του περιεχομένου των φορολογικών δηλώσεων που υποβάλλονται σ’ αυτήν σε σχέση πάντοτε με τη συναλλακτική δραστηριότητα και τα οικονομικά δεδομένα όπως αυτά προκύπτουν από οποιαδήποτε βιβλία και στοιχεία. Επίσης η Φορολογική Διοίκηση προσδιορίζει το ύψος του οφειλόμενου ποσού (φόρος – πρόστιμο – τέλος – εισφορά κ.λπ.) που πρέπει να καταβληθεί από το φορολογούμενο.
Ο έλεγχος της εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων μπορεί να έχει τη μορφή του φορολογικού ελέγχου από το γραφείο της Φορολογικής Διοίκησης ή του επιτόπιου φορολογικού ελέγχου.
Η Φορολογική Διοίκηση στις περιπτώσεις που διενεργεί φορολογικό έλεγχο από το γραφείο της, αξιοποιεί κάθε στοιχείο που έχει στην κατοχή της όπως, οικονομικές καταστάσεις, δηλώσεις και λοιπά στοιχεία που υποβάλλει ο φορολογούμενος καθώς και οποιοδήποτε έγγραφο ή πληροφορία περιήλθε από τρίτους.
Στις περιπτώσεις που η Φορολογική Διοίκηση αποφασίζει να διενεργήσει πλήρη επιτόπιο φορολογικό έλεγχο πρέπει, την απόφασή της αυτή, να τη γνωστοποιήσει στον φορολογούμενο πριν την επίσκεψη του ελεγκτή στις εγκαταστάσεις του φορολογουμένου. (Επισυνάπτεται στη παρούσα σχέδιο ειδοποίησης).
Σημειώνεται ότι είναι δυνατόν ύστερα από πράξη του ΓΓΔΕ να διενεργείται πλήρης επιτόπιος φορολογικός έλεγχος χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, σε περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει διαπραχθεί φοροδιαφυγή.

Άρθρο 25

Με την παρ. 1 του άρθρου 25 προβλέπονται τα στοιχεία που πρέπει να φέρει η εντολή διενέργειας του φορολογικού ελέγχου.
Μεταξύ των στοιχείων που φέρει η ως άνω εντολή είναι η διάρκεια του φορολογικού ελέγχου καθώς και ο χαρακτηρισμός (είδος) πλήρης ή μερικός έλεγχος.
Για τα στοιχεία αυτά σημειώνουμε τα εξής:
Η διάρκεια του ελέγχου που θα τίθεται συναρτάται άμεσα τόσο με το χαρακτηρισμό (είδος) ελέγχου πλήρης ή μερικός όσο και με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης όπως είναι το μέγεθος της επιχείρησης, το αντικείμενο των εργασιών, ο βαθμός δυσκολίας κ.λπ.
Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια που θα τεθεί, πρέπει να εξασφαλίζει τη διενέργεια του ελέγχου με σχετική άνεση χρόνου δεδομένου ότι μπορεί να παραταθεί μία φορά κατά 6 μήνες και περαιτέρω παράταση για ακόμη 6 μήνες είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Η τροποποίηση της εντολής προκειμένου να παραταθεί η διάρκεια του φορολογικού ελέγχου πρέπει να εκδίδεται πριν την ημερομηνία λήξης της διάρκειας που αναγράφεται στην τροποποιηθείσα εντολή.
Σχετικά με το χαρακτηρισμό (είδος) ελέγχου.
Πλήρης έλεγχος είναι αυτός που διενεργείται για όλες τις φορολογίες και όλα τα φορολογικά αντικείμενα καθώς και για τις εισφορές και τα τέλη ο οποίος είναι και οριστικός.
Μερικός έλεγχος είναι αυτός που δεν συγκεντρώνει τα παραπάνω στοιχεία του πλήρους ελέγχου.
Συνήθως θα εκδίδονται εντολές για διενέργεια μερικού φορολογικού ελέγχου.

Άρθρο 27

Με την παρ. 1 του άρθρου αυτού προβλέπονται οι τεχνικές που θα εφαρμόζονται για τον έμμεσο προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης.
Με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι με Απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου, ο τρόπος εφαρμογής τους καθώς και κάθε σχετικό θέμα. Ήδη εκδόθηκαν οι ΠΟΛ.1050/17.2.2014 (ΦΕΚ 474/Β’/25.2.2014) και ΠΟΛ.1094/7.4.2014 (ΦΕΚ 961/Β’/16.4.2014) αποφάσεις του ΓΓΔΕ, περί καθορισμού του περιεχομένου και του τρόπου εφαρμογής των τριών τεχνικών ελέγχου, για τον διορθωτικό προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης φορολογουμένων φυσικών προσώπων με μεθόδους εμμέσου προσδιορισμού. Η εγκύκλιος διαταγή ΠΟΛ.1270/24.12.2013 θα εφαρμόζεται ανάλογα και για υποθέσεις που ελέγχονται με βάσει τις παραπάνω αποφάσεις.

Άρθρο 28

Με την παρ. 1 του άρθρου 28 προβλέπεται ότι με την ολοκλήρωση των ελεγκτικών επαληθεύσεων από τον ελεγκτή και σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται από το φορολογικό έλεγχο ότι προκύπτει διαφοροποίηση της φορολογικής οφειλής του φορολογούμενου σε σχέση με τις δηλώσεις που έχει υποβάλλει, πριν τη σύνταξη της οικείας έκθεσης ελέγχου και της έκδοσης της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου θα επιδίδεται στον υπόχρεο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός του φόρου μαζί με το σχετικό σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου στο οποίο θα αναφέρεται η φορολογική οφειλή με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού καθώς και οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο αιτιολογεί τη διαφοροποίηση της αμέσως ως άνω οφειλής σε σχέση με τη φορολογική οφειλή με βάση τη δήλωση.
Με το σημείωμα αυτό θα καλείται ο φορολογούμενος να διατυπώσει τις απόψεις του σχετικά με τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό του φόρου εντός 20 ημερών από την επίδοσή του.
Ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός του φόρου, το σημείωμα διαπιστώσεων καθώς και το ότι λήφθηκαν υπόψη οι απόψεις του φορολογούμενου στην περίπτωση που αυτές παρασχέθηκαν ή ενδεχόμενη μη ανταπόκρισή του θα αναφέρονται στη σχετική έκθεση ελέγχου με βάση την οποία θα εκδίδεται η οριστική πράξη του φόρου.
Η έκθεση ελέγχου θα περιλαμβάνει εμπεριστατωμένα και αιτιολογημένα τα γεγονότα, τα στοιχεία και τις διατάξεις τις οποίες έλαβε υπόψη του ο φορολογικός έλεγχος για τον προσδιορισμό του φόρου και κοινοποιείται στον φορολογούμενο μαζί με την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου (σχετ. η υπ’ αριθ. 1198404/ΔΕΛ/Α/31.12.2013 (ΦΕΚ 3366/Β’/31.12.2013) απόφαση του ΓΓΔΕ. Σε περίπτωση μη διαπίστωσης διαφορών δεν ακολουθείται η ως άνω διαδικασία, συντάσσεται μόνο η έκθεση ελέγχου και τίθεται στο αρχείο.
Επισυνάπτεται υπόδειγμα κατάστασης για την καταχώρηση των σημειωμάτων διαπίστωσης και των προσωρινών προσδιορισμών του φόρου.

Άρθρο 34

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι η Φορολογική Διοίκηση δύναται να προβαίνει μετά από έλεγχο σε έκδοση πράξης διόρθωσης οποιουδήποτε προηγούμενου άμεσου, διοικητικού, εκτιμώμενου ή προληπτικού προσδιορισμού φόρου, εφόσον από τον έλεγχο διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο προηγούμενος προσδιορισμός φόρου ήταν ανακριβής ή εσφαλμένος.
Πράξη διορθωτικού προσδιορισμού εκδίδεται και στις περιπτώσεις που:
α. Υποβλήθηκε φορολογική δήλωση και εκδόθηκε πράξη διοικητικού προσδιορισμού και στη συνέχεια υποβάλλεται τροποποιητική δήλωση με την οποία ο φορολογούμενος ζητά την έκδοση πράξης διόρθωσης του διοικητικού προσδιορισμού φόρου και η τροποποιητική αυτή δήλωση γίνεται δεκτή από τη Φορολογική Διοίκηση.
β. Δεν υποβλήθηκε δήλωση από το φορολογούμενο και δεν έχει εκδοθεί πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου.
Τέλος στην περίπτωση που εκδίδεται διορθωτικός προσδιορισμός φόρου μετά από διενέργεια πλήρους ελέγχου υπόκειται σε μεταγενέστερη διόρθωση, μόνο εφόσον προκύψουν νέα στοιχεία (σχετική η παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν.4174/2013).

Άρθρο 62

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι οι διατάξεις του ΚΦΔ και ιδίως αυτές που αφορούν το φορολογικό έλεγχο, τον προσδιορισμό φόρου και την είσπραξη, εφαρμόζονται ανάλογα και για τις πράξεις επιβολής προστίμου δηλαδή κοινοποιείται σημείωμα διαπιστώσεων και προσωρινός προσδιορισμός προστίμου. Με το σημείωμα διαπιστώσεων καλείται ο φορολογούμενος ή το ευθυνόμενο πρόσωπο εντός 20 ημερών από την κοινοποίηση (σχετ. διατ. Ν.4254/2014 Κεφ. Α’, άρθρο Πρώτο, παρ. Δ, υποπαρ. Δ2), συντάσσεται έκθεση ελέγχου και οριστική πράξη επιβολής προστίμου.
Σημειώνεται ότι δεν κοινοποιείται σημείωμα διαπιστώσεων και προσωρινός προσδιορισμός προστίμου στις περιπτώσεις πράξεων επιβολής προστίμων που αφορούν διαδικαστικές παραβάσεις, καθώς και για τις πράξεις επιβολής προστίμων τα οποία προκύπτουν και επιβάλλονται κατά τον άμεσο, διοικητικό, εκτιμώμενο ή προληπτικό προσδιορισμό του φόρου.

Άρθρο 66

Με τις διατάξεις της παρ. 1 προβλέπεται ότι μετά την 1.1.2014 για υποθέσεις οποιουδήποτε φορολογικού ελέγχου που αφορά χρήσεις, περιόδους, φορολογικές υποθέσεις ή υποχρεώσεις πριν από την 1.1.2014 εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου και εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΦΔ για όσα αφορούν την έκδοση της πράξης.
Με τις διατάξεις της παρ. 6 προβλέπεται ότι για φορολογικές χρήσεις, περιόδους, υποθέσεις ή υποχρεώσεις για τις οποίες έως 31.12.2013 έχουν εκδοθεί οριστικά φύλλα ελέγχου ή οριστικές πράξεις προσδιορισμού ή καταλογισμού οποιουδήποτε φόρου, τέλους ή εισφοράς ή εκκαθαριστικά σημειώματα ή οποιαδήποτε άλλη συναφής πράξη, ως νέο στοιχείο θεωρείται οποιοδήποτε στοιχείο δεν τελούσε σε γνώση της αρμόδιας για τον τακτικό (οριστικό) έλεγχο φορολογικής αρχής, κατά το χρόνο διενέργειάς του.
Με τις διατάξεις της παρ. 7 προβλέπεται ότι σε περίπτωση ακύρωσης με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, για τυπικούς λόγους ή λόγω νομικής πλημμέλειας, οποιασδήποτε πράξης καταλογισμού, η Φορολογική Διοίκηση σε συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση, εκδίδει, από το χρόνο ισχύος του ΚΦΔ τις προβλεπόμενες από αυτόν πράξεις προσδιορισμού του φόρου, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσης της δικαστικής απόφασης (π.χ. φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος που αφορά τη χρήση 2007 ακυρώνεται με απόφαση του δικαστηρίου το Νοέμβριο του 2013. Η Φορολογική Διοίκηση σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου εκδίδει οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου τον Μάρτιο του 2014) εφαρμοζόμενης της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του Ν.4174/2013 διαδικασίας.
Με τις διατάξεις της παρ. 17 προβλέπεται ότι στις πράξεις καταλογισμού οποιουδήποτε φόρου που εκδίδονται μετά την 1.1.2014 και αφορούν γενικές φορολογικές υποχρεώσεις, χρήσεις, περιόδους ή υποθέσεις έως την 31.12.2013, επιβάλλονται οι πρόσθετοι φόροι που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.2523/1997, όπως ισχύουν κατά φορολογία την αντίστοιχη χρονική περίοδο.
Με τις διατάξεις της παρ. 19 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις υποβολής μετά την 1.1.2014 εκπρόθεσμων δηλώσεων από τις οποίες δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση ή δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα που αφορούν περιόδους έως την 31.12.2013 επιβάλλονται τα πρόστιμα του άρθρου 4 του Ν.2523/1997 με τον περιορισμό το καταβλητέο σε κάθε μία περίπτωση ποσό να μη ξεπερνά τα 100 ευρώ (σχετική και η περ. 23 της υποπαρ. Δ2 της παρ. Δ του άρθρου πρώτου του Κεφ. Α’ του Ν.4254/2014).

Λοιπά θέματα ελέγχου

1. Με την απόφαση του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών 1021681/1120/ΔΕ-Α’/ΠΟΛ.1037/1.3.2005 καθορίσθηκαν τα κριτήρια επιλογής για έλεγχο, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου των εκκρεμών υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογιών των επιτηδευματιών, καθώς και ειδικός τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των διαφορών φόρων που προκύπτουν από τον έλεγχο αυτό.
2. Περαιτέρω με την απόφαση του υφυπουργού των Οικονομικών ΠΟΛ.1072/8.4.2011 (ΦΕΚ 577/Β’/12.4.2011), όπως ισχύει, καθορίσθηκαν τα κριτήρια επιλογής για έλεγχο, ο τρόπος και η διαδικασία ελέγχου των εκκρεμών υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογιών των υπαγόμενων στην αμέσως ως άνω ΑΥΟ επιτηδευματιών καθώς και ειδικός τρόπος βεβαίωσης και καταβολής φόρων που αφορούν χρήσεις που έκλεισαν μέχρι και 31.12.2009.
3. Επίσης με την απόφαση του υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1038/3.2.2012 (ΦΕΚ 431/Β’/23.2.2012) καθορίσθηκε ότι κατά το φορολογικό έλεγχο επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας του ΚΒΣ (διπλογραφικά) και κλείνουν ισολογισμό από 30.6.2011 και μετά, θα εφαρμόζεται το πρόγραμμα ελέγχου του παραρτήματος ΙΙΙ της ΠΟΛ.1159/22.7.2011, όπως ισχύει.
Το πρόγραμμα ελέγχου τροποποιείται ή συμπληρώνεται από τον ελεγκτή βάσει δεδομένων της κάθε υπόθεσης, με σύμφωνη γνώμη των προϊσταμένων του.
4. Κατόπιν των ανωτέρω εφεξής για εντολές που εκδίδονται για υποθέσεις που έχουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις της ΑΥΟ ΠΟΛ.1072/8.4.2011 (ΦΕΚ 577/Β’/12.4.2011) και μέχρι τη χρήση 2009 θα εφαρμόζονται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που προβλέπονται από την αμέσως ως άνω ΑΥΟ και στη συνέχεια ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.4174/2013. Για τις μετέπειτα χρήσεις εφαρμόζονται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που προβλέπονται από την ΑΥΟΟ 1021681/1120/ΔΕ-Α’/ΠΟΛ.1037/1.3.2005 και στη συνέχεια ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν.4174/2013. Οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που προβλέπονται από την ΑΥΟΟ 1021681/1120/ΔΕ-Α’/ΠΟΛ.1037/1.3.2005 εφαρμόζονται και για τις υποθέσεις που δεν έχουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις της ΑΥΟ ΠΟΛ.1072/8.4.2011 (ΦΕΚ 577/Β’/12.4.2011).
Σημειώνεται ότι για τις επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας ΚΒΣ (διπλογραφικά βιβλία) και έχουν κλείσει ισολογισμό μετά την 30.6.2011 εφαρμόζονται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που προβλέπονται από την ΠΟΛ.1159/22.7.2011 (σχετ. ΠΟΛ.1138/15.6.2011 ΑΥΟ).
Εφιστάται ιδιαίτερα η προσοχή για την συνδρομή του τομέα του φορολογικού ελέγχου προς τον τομέα της είσπραξης των εσόδων, εφαρμόζοντας υποχρεωτικά όλα όσα αναφέρονται στην 1084133/5002/0016/ΠΟΛ.1111/2.9.2009 εγκύκλιο διαταγή των Δ/νσεων Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και Ελέγχου, τόσο όσον αφορά την ενημέρωση του φορολογούμενου για το ύψος των τυχόν βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών του, όσο και την συμπλήρωση όπου και όπως προβλέπεται του οικείου κατά περίπτωση ειδικού εντύπου πληροφοριών περιουσιακών στοιχείων (φυσικών ή νομικών), τα οποία προβλέπονται από το Π.Δ.2/1999. Υποδείγματα των σχετικών εντύπων υπάρχουν στον ΗΦΥΕ του Ο.Π.Σ. ELENXIS.
5. Για τις περιπτώσεις που απαιτείται διενέργεια ελέγχου για την επιστροφή ΦΠΑ δόθηκαν οδηγίες με την εγκύκλιο διαταγή 1197280/ΔΕΛ/Α/24.12.2013.
6. Για τις περιπτώσεις που απαιτείται διενέργεια ελέγχου για την επιστροφή φόρου εισοδήματος θα διενεργούνται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που θα ορίζονται, από τον Προϊστάμενο της ελεγκτικής υπηρεσίας από κοινού με τον υποδιευθυντή ελέγχου και τον επόπτη, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και τον εν γένει φάκελο του φορολογούμενου, για τις οποίες θα γίνεται ρητή αναφορά στην σχετική έκθεση που θα συντάσσεται.
7. Στις περιπτώσεις διενέργειας μερικού επιτόπιου ελέγχου σε φορολογούμενους ορισμένης περιοχής και δραστηριότητας που διακινούν αγαθά («προληπτικός έλεγχος») η εντολή διενέργειας του ελέγχου δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει τα στοιχεία του φορολογούμενου ούτε τη φορολογική περίοδο ούτε το είδος της φορολογίας που αφορά ο φορολογικός έλεγχος αλλά θα περιλαμβάνει περιοχή που θα διενεργηθεί ο φορολογικός έλεγχος ή το είδος των δραστηριοτήτων των φορολογούμενων (σχετ. Ν.4254/2014 (ΦΕΚ 85/Α’) Κεφ. Α’, άρθρο πρώτο, παρ. Δ, υποπαρ. Δ2).
8. Στις περιπτώσεις που κατά τη διενέργεια επιτόπιου φορολογικού ελέγχου απαιτείται άρση τραπεζικού απορρήτου από 1.1.2014 θα ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.4174/2013 και όχι οι διατάξεις του κατηργημένου πλέον άρθρου 66 παρ. 1 του Ν.2238/1994, όπως αυτές ίσχυαν μετά τη συμπλήρωσή τους με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν.3943/2011 (σχετ. η υπ’ αριθ. πρωτ. 479/11.3.2014 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αποστέλλοντας σχετικό έγγραφο στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών – Αμερικής 21Α – Τ.Κ. 106 72 – Αθήνα.
9. Στις περιπτώσεις που στις ΔΟΥ έχουν διαβιβασθεί εκθέσεις ελέγχου από το ΣΔΟΕ με ημερομηνία θεώρησης μέχρι 31.12.2013 και δεν έχουν εκδοθεί καταλογιστικές πράξεις μέχρι την ως άνω ημερομηνία, επειδή από 1.1.2014 έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν.4174/2013, οι εκθέσεις ελέγχου θα θεωρούνται από τη ΔΟΥ δελτία πληροφοριών θα εκδίδεται νέα εντολή ελέγχου από τη ΔΟΥ (σχετ. διατ. Ν.4254/2014 Κεφ. Α’ άρθρο Πρώτο, παρ. Δ, υποπαρ. Δ2) θα κοινοποιείται στο φορολογούμενο σημείωμα διαπιστώσεων και προσωρινή πράξη προσδιορισμού του φόρου ή προσωρινή πράξη επιβολής προστίμου και γενικά θα ακολουθείται χωρίς παρέκκλιση η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 62 του Ν.4174/2013 λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση υπόψη τις απόψεις του φορολογούμενου. Τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο έχουν εφαρμογή και για τις εκθέσεις ελέγχου του ΣΔΟΕ με ημερομηνία θεώρησης μετά την 1.1.2014 εφόσον δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 28 και 62 του Ν.4174/2013.
10. Οι φορολογικοί έλεγχοι που διενεργούνται, σε εφαρμογή των διατάξεων της ΑΥΟ ΠΟΛ.1159/22.7.2011 ολοκληρώνονται και οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις εκδίδονται στον προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 36, Ν.4174/2013) χρόνο.
11. Σε περίπτωση έκδοσης εντολής ελέγχου δεν υπάρχει δυνατότητα υποβολής δήλωσης για την φορολογία, τη φορολογική περίοδο ή την υπόθεση που αφορά ο φορολογικός έλεγχος.
12. Προκειμένου τα τμήματα ελέγχου να επικεντρωθούν στο ελεγκτικό τους έργο, αυτά δεν θα εμπλέκονται στις διαδικασίες διακοπής εργασιών καθόσον σύμφωνα την ΠΟΛ.1006/31.12.2013 (ΦΕΚ 19/Β’/10.1.2014) απόφαση του ΓΓΔΕ, η διακοπή επιχείρησης ολοκληρώνεται ανεξάρτητα της εκπλήρωσης ή μη των φορολογικών υποχρεώσεων αυτής. Σε περιπτώσεις υποθέσεων που εκτιμάται ότι πρέπει να διενεργηθεί πλήρης ή μερικός έλεγχος, θα εκδίδεται σχετική εντολή για τη διενέργεια ελέγχου χωρίς αυτό να συνιστά κώλυμα για την ολοκλήρωση της διακοπής εργασιών.
13. Για την έκδοση πράξεων επιβολής προστίμων για εκπρόθεσμη υποβολή δηλώσεων ή τη μη ανταπόκριση σε αίτημα της φορολογικής διοίκησης για παροχή πληροφοριών ισχύει η περ. 22 του Πίνακα του άρθρου 1 της 1036682/Δ6Α/25.2.2014. Σε περίπτωση που η ΔΟΥ της προηγούμενης περίπτωσης δεν έχει τμήμα ελέγχου θα ακολουθούνται οι οδηγίες που δόθηκαν με το υπ’ αριθ. πρωτ. 1001222/ΔΕΛΓ/4.1.2012 έγγραφό μας.
14. Περαιτέρω σας υπενθυμίζουμε την εγκύκλιο διαταγή ΠΟΛ.1167/23.7.2012 με την οποία δόθηκαν οδηγίες για την διεκπεραίωση των υποθέσεων των οργανικών μονάδων των οποίων καταργείται ή αναστέλλεται η λειτουργία των τμημάτων ελέγχου και δικαστικού και αφορούν θέματα φορολογίας εισοδήματος – παρακρατούμενων και λοιπών φόρων, ΦΠΑ, ΚΒΣ, ΦΜΑΠ, ΕΦΑ, ΕΤΑΚ, ΦΑΠ, φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, κερδών από λαχεία και μεταβίβασης ακινήτων.
Παρακαλούμε για την πιστή τήρηση και ομοιόμορφη εφαρμογή των σχετικών οδηγιών από όλες τις ΔΟΥ.
15. Σε ότι αφορά τους «προληπτικούς ελέγχους» σημειώνουμε τα εξής:
Από 1.1.2014 μεταξύ άλλων καταργήθηκαν:
α. Η υποχρέωση τήρησης ασφαλών πληροφοριών (πρόσθετα βιβλία) από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων π.χ. ιατροί, εκπαιδευτήρια, συνεργεία κ.λπ.).
β. Η έκδοση δελτίου αποστολής για τις διακινήσεις αγαθών.
Ύστερα από τα ανωτέρω απαιτείται κατά τον έλεγχο των υπόχρεων που είχαν υποχρέωση τήρησης ασφαλών πληροφοριών να ζητούν πληροφορίες από τους εξερχόμενους πελάτες για τις υπηρεσίες που τους παρείχαν οι παραπάνω επαγγελματίες φορολογούμενοι και στη συνέχεια να ελέγχουν αν εκδόθηκαν τα προβλεπόμενα από τον ΚΦΑΣ στοιχεία.
Περαιτέρω κατά τη διακίνηση των αγαθών θα εξετάζεται αν είχαν εκδοθεί αντίστοιχα στοιχεία αξίας (τιμολόγια ή ΑΛΠ) ή έγγραφα μη τιμολογηθέντων αγαθών.

Υπόδειγμα σχέδιου ειδοποίησης

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Θ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ