Της Ελένης Στεργίου
Μετά την ολοκλήρωση των ευρωεκλογών θα πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση του εκτελεστικού συμβουλίου του ΔΝΤ για την έγκριση της δόσης, στο οποίο δεν αποκλείεται να “πέσει” στο τραπέζι το ζήτημα του ελληνικού χρέους, με αφορμή την πρόοδο της Ελλάδας και την έκθεση αξιολόγησης του Ταμείου, στην οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν αναμένεται να υπάρχουν εκπλήξεις.
Δηλαδή, οι ευρωεκλογές και η δημοσίευση της έκθεσης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος από τον επικεφαλής της αποστολής του Ταμείου στην Ελλάδα Πολ Τόμσεν θα αποτελέσει το (χρονικό) σημείο αναφοράς για την έναρξη των συζητήσεων για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους, οι οποίες θα κορυφωθούν το φθινόπωρο.
Σε δηλώσεις του στο newmoney.gr, ο Πλάτων Μονοκρούσος, Επικεφαλής της Διεύθυνσης Τρέχουσας Οικονομικής Ανάλυσης & Έρευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank, τονίζει ότι “χωρίς την δημοσιονομική προσαρμογή της τελευταίας τετραετίας το δημόσιο χρέος θα είχε εισέλθει σε εκρηκτική τροχιά” και προσθέτει ότι “συμπερασματικά, παρά την αύξηση του λόγου χρέους – ΑΕΠ της Ελλάδας την τελευταία 5ετία, το δημόσιο χρέος της χώρας είναι σήμερα πιο βιώσιμο σε σύγκριση με το αρχικό σημείο αναφοράς (δηλ το έτος 2009) και αυτό που θα είχε προκύψει χωρίς την υλοποίηση (ή την ελλιπή υλοποίηση) του υφιστάμενου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής”.
Πάντως, έκθεση της Bank of America Merrill Lynch έρχεται αν μας απογοήτευσει, αφού προβλέπει μικρή αναδιάρθρωση του χρέους προς τον επίσημο τομέα είναι το καλύτερο που μπορεί να περιμένει η Αθήνα για φέτος, σε σχέση με το αίτημά της για ελάφρυνση του χρέους. Ο αμερικανικός οίκος εκτιμά ότι η Ευρώπη θα ασχοληθεί με το θέμα αυτό κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους και προβλέπει ότι η τελική απόφασή της θα μειώνει το ελληνικό χρέος μόλις κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, φέρνοντάς το στο 124% του ΑΕΠ το 2020. Ουσιαστικά, με την ελάφρυνση αυτή, το ελληνικό χρέος θα επιστρέψει στην τροχιά που το προέβλεπε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όταν ενέκρινε το τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας, το Νοέμβριο του 2012. Σύμφωνα με την Bank of America Merrill Lynch, εφόσον το σενάριο αυτό επιβεβαιωθεί, τότε μία ακόμα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προς τον επίσημο τομέα θα συζητηθεί μετά το 2020, προκειμένου το συνολικό χρέος να πέσει κάτω από το 110% του ΑΕΠ έως το 2022.
“Με αφορμή την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό της Γενικής Κυβέρνησης το 2013 θα ήταν χρήσιμο να γίνει μια αποτίμηση των μακροοικονομικών επιπτώσεων του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που υλοποιήθηκε στην Ελλάδα την τελευταία 4ετία”, αναφέρει ο κ. Μονοκρούσος, παρουσιάζοντας στο newmoney.gr, τη νέα έκδοση του περιοδικού δελτίου της Eurοbank, η οποία δημοσιεύθηκε χθες, Greece Macro Monitor, με τίτλο «Δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής, αυτόματοι σταθεροποιητές & δημόσιο χρέος – Μια άσκηση προσομοίωσης για την Ελλάδα» και προσθέτει ότι “αν και η ποσοτική αποτίμηση των υφεσιακών επιπτώσεων των μέτρων λιτότητας που έχουν εφαρμοσθεί αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη άσκηση – για την ορθή μεθοδολογία της οποίας δεν έχει ακόμα αποφανθεί η διεθνής βιβλιογραφία – είναι αρκετά ασφαλές να ισχυρισθεί κάποιος ότι τα μέτρα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής έχουν οδηγήσει σε επιδείνωση της ύφεσης”.
Σύμφωνα με τoν κ. Μονοκρούσο, ακόμη όμως και η γενική αυτή τοποθέτηση δεν αποδίδει με σαφήνεια τις πραγματικές διαστάσεις του θέματος, εκτός και αν διευκρινισθεί με πια κατάσταση, εξέλιξη ή σενάριο συγκρίνεται η προαναφερθείσα επιδείνωση.
Επομένως, σύμφωνα με τον ίδιον, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι η «επιδείνωση της ύφεσης» συγκρίνεται με ένα θεωρητικό σενάριο που υποθέτει:
α) τη μη εφαρμογή δημοσιονομικών μέτρων, και
β) όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς. Συνεπώς, η πληρέστερη αξιολόγηση των μακροοικονομικών επιπτώσεων του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής προϋποθέτει, επί της ουσίας, την εξέταση σειράς σεναρίων που, μεταξύ άλλων, θα έπρεπε να συμπεριλάβουν και το ακραίο ενδεχόμενο διακοπής της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας από τους επίσημους δανειστές ως απόρροια μη εφαρμογής (ή αποσπασματικής εφαρμογής) του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
Ένα συναφές θέμα, όπως τονίζει, είναι και η επίπτωση των μέτρων λιτότητας στο λόγο χρέους – ΑΕΠ και, γενικότερα, στη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής θέσης της χώρας.
Για το θέμα αυτό παραθέτονται ακολούθως κάποια από τα βασικά συμπεράσματα πρόσφατης μελέτης του τμήματος του κ. Μονοκρούσου:
– Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το τρέχον επίπεδο του λόγου δημοσίου χρέους-ΑΕΠ της Ελλάδας, η επιβολή μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής μπορεί να οδηγήσει σε άμεση αύξηση του ανωτέρου λόγου εάν ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι υψηλότερος του 0,5.
– Η ανωτέρω εκτίμηση αιτιολογεί, σε μεγάλο βαθμό, την αύξηση (κατά 45,3 μονάδες) του λόγου χρέους-ΑΕΠ της χώρας την περίοδο 2010-2013 παρά την πρωτόγνωρη δημοσιονομική προσαρμογή που συντελέσθηκε την αντίστοιχη περίοδο (βελτίωση 19,4 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ στο κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης).
– Παρά την ανεπιθύμητη αυτή εξέλιξη, η αποφυγή λήψης δημοσιονομικών μέτρων ή ακόμη και μια πιο σταδιακή / λιγότερο «εμπροσθοβαρής» εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής τα τελευταία 4-5 έτη θα οδηγούσε σε εκρηκτική αύξηση του λόγου δημοσίου χρέους-ΑΕΠ ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε σταθεροποίηση του λόγου σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από τα υφιστάμενα.
– Τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης σχετικής μελέτης υποδηλώνουν, μεταξύ άλλων, ότι η κατά το ήμισυ υλοποίηση ή η μη υλοποίηση του υφιστάμενου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής θα οδηγούσε το λόγο δημοσίου χρέους-ΑΕΠ της Ελλάδας σε επίπεδα μεταξύ 185% και 250% το 2020 και μεταξύ 215% και 360% το 2030, ακόμα και υπό την (ιδιαίτερα αισιόδοξη) υπόθεση ότι, στην περίπτωση αυτή, η χώρα θα τύγχανε: α) επαρκούς χρηματοδότησης με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους από τους δανειστές του επίσημου τομέα, και β) επιπλέον ελάφρυνση του δημόσιου χρέους από μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί (PSI+, πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων κ.α.).
– Τα ανωτέρω επίπεδα συγκρίνονται με σχετικό (αναθεωρημένο) στόχο του προγράμματος προσαρμογής για μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 125% περίπου το 2020 (και 112% το 2022) καθώς και εκτίμησής μας για περαιτέρω υποχώρησή του στο 82% του ΑΕΠ περίπου το 2030, βάσει του υφιστάμενου μακροοικονομικού σεναρίου.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.