Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στην μικρή πιθανότητα συστημικής απειλής για την Ευρωζώνη αλλά και την αυξημένη επαγρύπνηση που απαιτείται στάθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στο διεθνές συνέδριο «2014 Multinational Finance Society Winter Conference», με θέμα: «Παγκόσμια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση: προκλήσεις και προοπτικές», το οποίο διοργανώνει το ΚΕΠΕ.

«Η πιθανότητα μιας συστημικής απειλής αυτή τη στιγμή είναι χαμηλή, ωστόσο απαιτείται αυξημένη επαγρύπνηση. Σε αυτό το περιβάλλον, οι μακροπροληπτικές πολιτικές πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι φορείς χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε ενδεχόμενη αντιστροφή των ασφαλίστρων κινδύνου, ενώ παράλληλα απαιτούνται περαιτέρω πρωτοβουλίες για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των αδυναμιών στο σκιώδες τραπεζικό σύστημα. Πιστεύω ότι τα διδάγματα που έχουμε αντλήσει μέχρι σήμερα θα αποδειχθούν πολύτιμα για την αντιμετώπιση αυτών των δυνητικών κινδύνων και για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες κατόρθωσαν να διαφυλάξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα κατά την περίοδο της αναταραχής, σημείωσε. Εντούτοις, όπως ανέφερε «κάποιες επιπτώσεις της κρίσης δεν έχουν αντιμετωπιστεί πλήρως και υπάρχει κίνδυνος να επανεμφανιστούν ορισμένα προβλήματα».

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάτα τα γενεσιουργά αίτια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης ανάγονται τόσο σε μακροοικονομικούς όσο και σε μικροοικονομικούς παράγοντες, ενώ «με την πάροδο του χρόνου συσσωρεύθηκε υπερβολικός πιστωτικός κίνδυνος και ρευστότητα στα λεγόμενα “επενδυτικά οχήματα”».

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, σημείωσε πως από την εκδήλωση της κρίσης στη ζώνη του ευρώ μέχρι σήμερα, «οι αρχές έχουν κατορθώσει να διορθώσουν σε μεγάλο βαθμό τις εσωτερικές και τις εξωτερικές ανισορροπίες του παρελθόντος. Σε εθνικό επίπεδο έχουν υλοποιηθεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και έχουν γίνει προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής. Χάρη σ’ αυτές τις ενέργειες, από το 2010, το δημοσιονομικό έλλειμμα της ζώνης του ευρώ έχει βελτιωθεί, υποχωρώντας από 6,1% του ΑΕΠ σε 2,9% του ΑΕΠ το 2013».

Ο Γιάννης Στουρνάρας τόνισε πως «στην Ελλάδα, το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 13 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ του 2009 και του 2013 — πρόκειται για τη μεγαλύτερη στα χρονικά δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα [10,2% του ΑΕΠ το 2009] μετατράπηκε σε πλεόνασμα υπερβαίνοντας το 1% του ΑΕΠ το 2013».

Επίσης, όπως ανέφερε «από το 2008 έως το 2013, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδος παρουσίασαν βελτίωση μεταξύ 10 και 16 εκατοστιαίων μονάδων. Το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει επίσης μειωθεί σημαντικά από το (περισσότερο από 20% στην Ελλάδα).

Κατά συνέπεια, τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στις χώρες αυτές έχουν μετατραπεί σε πλεονάσματα τα τελευταία έτη».

Ο κ. Στουρνάρας αναφέρεθηκε και στους κινδύνους σημειώνοντας πως η «ανάκαμψη στην ΕΕ είναι υποτονική και εύθραυστη, με χαμηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και επίμονα υψηλά επίπεδα ανεργίας, όπως επισήμαναν οι Ευρωπαίοι ηγέτες τον Οκτώβριο».

«Οι πολιτικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά την περαιτέρω πορεία της ανάκαμψης», σημείωσε.

«Η Συνολική Αξιολόγηση των ισολογισμών των τραπεζών – που περιλάμβανε ως συνιστώσες τον έλεγχο της ποιότητας του ενεργητικού (AQR) και την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test)– κατέδειξε τις αδυναμίες των τραπεζών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος που χρειάζονται βελτίωση, βοήθησε τις τράπεζες να ενισχύσουν τους ισολογισμούς τους, αύξησε τη διαφάνεια και ενδυνάμωσε την εμπιστοσύνη του κοινού στον τραπεζικό τομέα», τόνισε ο κεντρικός τραπεζίτης.

Ο Γιάννης Στουρνάρας τόνισε πως «η χρηματοδότηση των επιχειρηματικών επενδύσεων είναι επί του παρόντος υψίστης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη τόσο στη ζώνη του ευρώ συνολικά όσο και στις χώρες της περιφέρειας, οι οποίες έχουν πληγεί ιδιαίτερα από βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις στη ζώνη του ευρώ μειώθηκαν από 20% του ΑΕΠ το 2008 σε 16% του ΑΕΠ το 2013. Η μείωση ήταν πολύ πιο έντονη στις χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, όπου παρατηρήθηκε συρρίκνωση των ιδιωτικών επενδύσεων μεταξύ 6 και 9 εκατοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ».

«Μακροπρόθεσμα, η οικονομική ανάπτυξη αναμένεται να επηρεαστεί ευνοϊκά από τη βαθύτερη ολοκλήρωση και ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών», υπογράμμισε.

«Αναφορικά με τη ζώνη του ευρώ, δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της: ότι έχει επιτύχει σχεδόν εξολοκλήρου τη νομισματική ολοκλήρωσή της, η χρηματοπιστωτική ολοκλήρωσή της όμως, παρά τα βήματα προόδου, παραμένει ακόμα ατελής, ενώ περισσότερο ατελείς παραμένουν, παρά και εδώ τα βήματα προόδου η δημοσιονομική και η οικονομική ολοκλήρωση. Όσο διατηρείται αυτή η ασυμμετρία, η συνολική οικονομική επίδοση της ευρωζώνης θα είναι χαμηλότερη των δυνατοτήτων της», κατέληξε.