Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να προχωρήσει σε μείωση του βασικού επιτοκίου για πρώτη φορά σε 10 μήνες, κατά τη σημερινή συνεδρίαση που λαμβάνει χώρα στη Μπρατισλάβα. Η μείωση του εποτοκίου στο 0,50% από 0,75% που ισχύει σήμερα, σύμφωνα με τους οικονομολόγους είναι εφικτή λόγω της απότομης πτώσης του πληθωρισμού και αναμένεται ως αντίδραση στην περαιτέρω βύθιση της οικονομίας στην ύφεση.

Οι δείκτες ανεργίας (12,1% στην Ευρωζώνη) χτύπησαν νέο ιστορικό ρεκόρ τον Απρίλιο, ενώ ο πληθωρισμός σημείωσε τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση της τελευταίας τετραετίας, στο 1,2%, σημαντικά χαμηλότερα από τον στόχο των τραπεζών για πληθωρισμό γύρω στο 2%.

“Εάν η ΕΚΤ δεν μειώσει το βασικό επιτόκιο στη συνεδρίαση της Πέμπτης, είναι πολύ πιθανό απλώς να καθυστερήσει το αναπόφευκτο”, σχολίασε ο οικονομολόγος της IHS Global Insight, Howard Archer.

Την περασμένη εβδομάδα, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Vitor Constancio, δήλωνε ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, επισημαίνοντας την ετοιμότητα της ΕΚΤ να δράσει εάν σε περίπτωση που η οικονομία παρουσιάσει νέα επιδείνωση.

Δημοσκόπηση του πρακτορείου Reuters που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή 76 οικονομολόγων την περασμένη εβδομάδα – πριν ανακοινωθούν τα στοιχεία για τον πληθωρισμό –  προέβλεπε οριακά ότι το βασικό επιτόκιο θα μειωθεί κατά 25 μονάδες βάσης από το τρέχον 0,75%, καθώς μόνο οι μισοί από τους 22 οικονομολόγους της Ευρωζώνης που συμμετείχαν στη έρευνα περιμένουν μια τέτοια εξέλιξη.

Το οικονομικό αντίκτυπο της μείωσης των επιτοκίων αποτελεί ένα ερώτημα και υπάρχουν και εκείνοι που εμφανίζονται αντίθετοι, όπως για παράδειγμα η Γερμανία. Η Α. Μέρκελ σημείωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η ΕΚΤ θα έπρεπε να αυξήσει και όχι να μειώσει τα επιτόκια, αν υπολόγιζε σε αυτή την υπόθεση μόνο τη Γερμανία.

Με την άποψη αυτή συντάχθηκαν Γερμανοί ασφαλιστές, καθώς και οι συστημικές τράπεζες, που τάχθηκαν κατά μιας χαλαρότερης νομισματικής πολιτικής από πλευράς ΕΚΤ, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα είχε μικρό οικονομικό αντίκτυπο, ενώ θα υπέσκαπτε τις αποταμιεύσεις που χρειάζονται για να προστατευτεί ο πληθυσμός που γερνά που γερνά με γοργούς ρυθμούς.  

Την αντίθετη άποψη ασπάζονται βέβαια οι χώρες της περιφέρειας.

Τη δυνατότητα να μειωθεί το βασικό επιτόκιο κατά 50 μονάδες βάσης “βλέπει” η Anna Maria Grimaldi, οικονομολόγος στην ιταλική τράπεζα Intesa Sanpaolo, η οποία αναφέρει “Ο κ. Draghi τα πήγε πολύ καλά στα λόγια πέρυσι το καλοκαίρι, όμως τώρα ήρθε η ώρα να χαράξει μια πολιτική διευκόλυνσης για την περιφέρεια της Ευρωζώνης”.

Σε κάθε περίπτωση, ο ευρωπαϊκός Νότος δεν επωφελείται το ίδιο με τον Βορρά από τα υπερ- χαμηλά επιτόκια. Οι τράπεζες χρεώνουν τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά του Νότου με μεγαλύτερα επιτόκια στα δάνεια που λαμβάνουν σε σχέση με τον Βορρά, εξαιτίας του υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης και των υψηλότερων πιστωτικών κινδύνων.

Η ΕΚΤ έχει επανειλημμένως εκφράσει τις ανησυχίες της για τις ΜΜΕ και το αντίκτυπο που έχουν όλα αυτά στον δανεισμό τους, κυρίως αν σκεφτεί κανείς ότι αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις αποτελούν το κλειδί στη μηχανή της ανάπτυξης για τη ζώνη του ευρώ.

“Περιμένουμε ότι η ΕΚΤ θα αποφύγει να κάνει κάποια επίσημη ανακοίνωσης για το πρόγραμμα των ΜΜΕ, καθώς εξακολουθεί να ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά ενός τέτοιου προγράμματος”, αναφέρει ο επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρωζώνη της Crédit Agricole, Frederik Ducrozet.

Σύμφωνα πάντως με ανάλυση του Mike Dolan στο Reuters, oι αυστηροί κανονισμοί, οι υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις και η γενικότερη αποφυγή του κινδύνου από την πλευρά των τραπεζών, σημαίνει ότι το φθηνό χρήμα που προσφέρεται δεν περνά τελικά στην πραγματική οικονομία και, όπως η οικονομία επιδεινώνεται, η υποχώρηση στη ζήτηση δανείων μεγιστοποιεί το πρόβλημα.

Όπως αναφέρει ο Dolan, οι τράπεζες μπορούν να παρακαμφθούν στη διαδικασία χορήγησης δανείων μέσω της δημιουργίας κάποιων επενδυτικών τραπεζών σε συνεργασία με ασφαλιστικά ταμεία – συμφωνίες που είδαμε να γίνονται πέρυσι στη Γαλλία – ή με διαχειριστές assets, όπως η  Allianz Global Investors ή η Blackrock. Other routes include launching funds that lend direct.