Τη διαφωνία του με τα νούμερα για την ελληνική οικονομία που έδωσε ο ΟΟΣΑ εξέφρασε ο Γιάννης Στουρνάρας.
«Εμείς διαφωνούμε με το νούμερο αυτό. Διαφωνεί και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθώς και το ΔΝΤ. Πιστεύω ότι το νούμερο θα βγει λάθος και εμείς θα βγούμε σωστοί. Εγώ πιστεύω ότι το ΑΕΠ θα είναι λίγο πιό κάτω από ένα θετικό +1», τόνισε ο υπουργός Οικονομικών από το Παρίσι όπου βρίσκεται.
Εξηγώντας τις απόψεις του για το θέμα, τόνισε ότι «η τάση στην Ελλάδα σήμερα είναι θετική, αφού φαίνεται να σταθεροποιείται η βιομηχανική παραγωγή, αν και ακόμα αρνητική, αλλά πολύ λιγότερο απ’ ότι ήταν όλα τα προηγούμενα τρίμηνα».
Ο υπουργός ανέφερε επίσης ότι οι κρατήσεις για τον τουρισμό πάνε πολύ καλά. «Περιμένουμε πάνω από 17 εκατ. τουρίστες» είπε και πρόσθεσε ότι «όλοι οι πρόδρομοι δείκτες δείχνουν ότι τουλάχιστον θα πάμε καλά φέτος και θα είναι μια καλή βάση για του χρόνου».
Νωρίτερα, ο κ. Στουρνάρας είχε ιδιαίτερη συνάντηση με τον ΓΓ του ΟΟΣΑ Ανχελ Γκούρια, με τον οποίο συζήτησε για τις μελέτες που κάνει ο Οργανισμός για την Ελλάδα και τη βοήθεια που δίνει μέσω της « task force» για την ανταγωνιστικότητα, τον τουρισμό, τη διοικητική μεταρρύθμιση και τη μείωση του διοικητικού βάρους, ενώ αύριο το πρωί ο κ. Στουρνάρας θα συναντήσει στο υπουργείο Οικονομικών, τον Γάλλο ομόλογό του Πιέρ Μοσκοβισί.
Διαβάστε αναλυτικά την παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, στο γεύμα εργασίας της Ετήσιας Υπουργικής Συνόδου του ΟΟΣΑ:
«Νέες προσεγγίσεις στις οικονομικές προκλήσεις»
Οι «νέες προσεγγίσεις» φιλοδοξούν να προτείνουν νέες λύσεις σε παλιά και νέα προβλήματα. Ο ΟΟΣΑ, μέσω της πρωτοβουλίας του «Νέες Προσεγγίσεις στις Οικονομικές Προκλήσεις», ορθώς μας υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να ξεχνούμε το βασικό μας στόχο: ότι οι πολιτικές πρέπει να στοχεύουν στη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, χωρίς αποκλεισμούς. Τώρα που οι προηγμένες οικονομίες φαίνεται ότι αρχίζουν να ανακάμπτουν από την πιο βαθιά κρίση από τη δεκαετία του 1930, είναι μια καλή ευκαιρία για τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής και τους ακαδημαϊκούς ερευνητές να επαναπροσδιορίσουν την ατζέντα.
Οι αποφάσεις της Ετήσιας Υπουργικής Συνόδου του ΟΟΣΑ το 2012 ήταν σαφείς: Πρέπει να εφαρμοστεί μια πολιτική ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς. Προς αυτή την κατεύθυνση, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την εμπειρία της Ελλάδας, μιας χώρας που τα τελευταία χρόνια βίωσε απότομη πτώση του βιοτικού της επιπέδου και να δούμε πώς η δική της εμπειρία μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας «Νέες Προσεγγίσεις στις Οικονομικές Προκλήσεις».
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 2000 η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς σαφώς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ωστόσο, το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης βασιζόταν, σε μεγάλο βαθμό, στην κατανάλωση και τον εξωτερικό δανεισμό, εκμεταλλευόμενο και τα χαμηλά επιτόκια που υπήρχαν. Στο δεύτερο μισό της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας άρχισε να επιδεινώνεται, καθώς δεν είχαν αντιμετωπιστεί χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα. Η διεθνής οικονομική κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες.
Όταν η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, προκειμένου να αποφύγει την άμεση χρεοκοπία υπέγραψε μνημόνιο με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Σε μια προσπάθεια να ελεγχθούν τα δύο βασικά ελλείμματα, να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και να τεθεί το δημόσιο χρέος σε βιώσιμη τροχιά, εφαρμόζουμε ένα πρόγραμμα εντατικής δημοσιονομικής προσαρμογής παράλληλα με σαρωτικές διαρθρωτικές αλλαγές.
Η προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής υπήρξε πρωτοφανής. Από το 2010 μέχρι το 2012, το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε κατά 9,5% του ΑΕΠ – η πιο γρήγορη προσαρμογή που έγινε ποτέ σε οικονομία χώρας- μέλους του ΟΟΣΑ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο το διαρθρωτικό ισοζύγιο του προϋπολογισμού βελτιώθηκε κατά 13,8 εκατοστιαίες μονάδες και ότι το 2013 η Ελλάδα θα πετύχει διαρθρωτικό πλεόνασμα προϋπολογισμού της τάξης του 2% του ΑΕΠ- το μεγαλύτερο στην ΕΕ.
Η ανταγωνιστικότητα, σε όρους κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, βελτιώθηκε σημαντικά την τελευταία τριετία και βρίσκεται κοντά στα επίπεδα του 2001, ενώ την ίδια περίοδο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών συρρικνώθηκε κατά σχεδόν 8 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και προβλέπεται ότι θα είναι μηδενικό στο τέλος του 2013.
Ωστόσο, αυτή η εντυπωσιακή προσαρμογή είχε βαρύ κόστος για την ελληνική κοινωνία. Αναμένεται έως το τέλος της τρέχουσας χρονιάς – και ελπίζουμε ότι θα είναι η τελευταία με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης, σε αντίθεση με τις προβλέψεις του ΟΟΣΑ – ότι το ΑΕΠ θα είναι περίπου 25% χαμηλότερο σε σχέση με την έναρξη της κρίσης. Πρόκειται για μείωση μεγαλύτερη από αυτή που παρατηρήθηκε στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του 1930 στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες. Η ανεργία έχει εκτιναχθεί και σήμερα βρίσκεται στο 27%, ενώ η ανεργία στους νέους αγγίζει το 65%.
Τα δημοσιονομικά μέτρα που ελήφθησαν ήταν αναμφισβήτητα οδυνηρά. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε μια συνεπή προσπάθεια, στο μέτρο του δυνατού, να υπάρχει δίκαιη κατανομή του βάρους, να προστατευτούν οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή. Για παράδειγμα, οι περικοπές συντάξεων και μισθών στο δημόσιο τομέα ήταν υψηλότερες μεταξύ των υψηλόμισθων και αυτών με υψηλές συντάξεις. Η φορολογία εισοδήματος έγινε περισσότερο προοδευτική, δηλαδή επιβάρυνε αναλογικά ακόμα περισσότερο τους πλουσιότερους. Οι αυξήσεις του ΦΠΑ ήταν χαμηλότερες για τα βασικά προϊόντα που καταναλώνονται αναλογικά περισσότερο από τα φτωχότερα νοικοκυριά. Κάποια κοινωνικά επιδόματα συνδέθηκαν με το ύψος του οικογενειακού εισοδήματος. Η έκτακτη φορολογία ακίνητης περιουσίας επιβαρύνει πολύ περισσότερο τα ακριβότερα ακίνητα.
Ήταν η προσπάθεια επιτυχής; Η απάντηση είναι ότι η προσπάθεια πέτυχε «εν μέρει». Σε μεγάλο βαθμό, οι λόγοι για αυτή την «μερική επιτυχία» μπορούν να εντοπισθούν στις γνωστές ανεπάρκειες του ελληνικού κράτους πρόνοιας. Στη διάρκεια της περιόδου 1995-2008, οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από λιγότερο του 20% σε περισσότερο από 26% του ΑΕΠ. Παρ’ όλα αυτά, η φτώχεια δεν μειώθηκε και παρέμεινε μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρομοίως, η εισοδηματική ανισότητα παρέμεινε σταθερή, αλλά υψηλότερη από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι κοινωνικές πολιτικές ήταν ανεπαρκώς στοχευμένες και με μικρή αναδιανεμητική επίδραση σε σύγκριση με τα άλλα κράτη της ΕΕ. Μερικά παραδείγματα αποδεικνύουν ότι οι κοινωνικές πολιτικές ήταν αναποτελεσματικές και άδικες μεταξύ των γενεών. Η Ελλάδα εφάρμοσε πολλά γενναιόδωρα προγράμματα πρόωρης συνταξιοδότησης, αλλά είναι μία από τις λίγες προηγμένες χώρες που δεν έχουν σύστημα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Η υποστήριξη προς τους ανέργους είναι χαμηλή και για περιορισμένη χρονική διάρκεια, ενώ η αναδιανεμητική λειτουργία της οικογένειας είναι αυτή που απέτρεπε την εμφάνιση φαινομένων ακραίας φτώχειας. Όταν ξεκίνησε η κρίση και αυξήθηκε ο αριθμός των ανέργων, η εικόνα άλλαξε απότομα. Τα νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο αυξήθηκαν δραματικά.
Εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι, οι επιπτώσεις των δημοσιονομικών πολιτικών και η αύξηση της ανεργίας λειτούργησαν σε αντίθετη κατεύθυνση ως προς τη διανομή του εισοδήματος. Ωστόσο, την ίδια ώρα υπήρχε μία πολύ σημαντική μετατόπιση ολόκληρης της κατανομής προς τα αριστερά, που οδήγησε σε σημαντική μείωση του βιοτικού επιπέδου όσων επλήγησαν περισσότερο από την κρίση. Με άλλα λόγια, η ανισότητα και η σχετική φτώχεια δεν μεταβλήθηκαν σημαντικά, αλλά όταν το όριο της φτώχειας ορίζεται σε σταθερούς όρους αγοραστικής δύναμης, το ποσοστό της φτώχειας αυξήθηκε δραματικά.
Υπάρχουν πολιτικά συμπεράσματα από την εμπειρία της Ελλάδας; Πού θα έπρεπε να δώσει έμφαση η πολιτική ατζέντα για τις «Νέες Προσεγγίσεις στις Οικονομικές Προκλήσεις», για ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς; Κατά τη γνώμη μου προκύπτουν τα εξής τρία συμπεράσματα:
Πρώτον, «ύφεση χωρίς αποκλεισμούς» είναι εφικτή: Ακόμη και στις πιο δύσκολες περιστάσεις είναι δυνατό να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν πολιτικές προσαρμογής που να δίνουν έμφαση στη διατήρηση και ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Δεύτερον, στις «καλές εποχές» πρέπει να υιοθετούνται οι κατάλληλες πολιτικές κοινωνικής προστασίας. Θα πρέπει να υπάρχει ένα αποτελεσματικό κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας πριν ξεκινήσει η κρίση. Όταν έρθουν οι δύσκολες μέρες και υπάρχει ανάγκη δημοσιονομικής προσαρμογής είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αυξηθούν και/ή να αναδιανεμηθούν οι δαπάνες για την αποτελεσματική προστασία όσων έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Τρίτον και πιο σημαντικό: είναι απαραίτητο να συνδυάσουμε τη δημοσιονομική προσαρμογή με πρωτοβουλίες ανάπτυξης. Ένα απλό παράδειγμα είναι η χορήγηση δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε κράτη-μέλη της ΕΕ που εφαρμόζουν σκληρές δημοσιονομικές πολιτικές. Διαφορετικά, η δημοσιονομική προσαρμογή καταλήγει σε μεγάλη λιτότητα που μπορεί να οδηγήσει σε «αποκλεισμό» μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.