Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας δεν φαίνεται ότι προχωρά με τους ρυθμούς που αναμενόταν, καθώς η ΔΕΗ διατηρεί ένα μονοπωλιακό χαρακτήρα που καθορίζει τους όρους των διαπραγματεύσεων με τους ιδιώτες παραγωγούς.

Η ΔΕΗ έχοντας σημαντικά πλεονεκτήματα από το μηδενικό κόστος στο λιγνίτη και φυσικά από τα υδροηλεκτρικά που από κοινού καταλαμβάνουν του 60% του ενεργειακού μίγματος, συντριπτικό ποσοστό από το οποίο ανήκει στο λιγνίτη, καθορίζει τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά, ελέγχοντας πλήρως τη διαδικασία.

Πρόκειται για τις τιμές στις οποίες οι ιδιώτες παραγωγοί πωλούν ενέργεια στο σύστημα και έχουν τεράστια σημασία καθώς συνδέονται με τη βιωσιμότητα και υγιή πορεία των μονάδων, στις οποίες έγιναν σημαντικές επενδύσεις τα τελευταία χρόνια.  Ουσιαστικά αν η ΔΕΗ επωφελείται αγοράζοντας όσο το δυνατόν χαμηλότερα και θέτοντας στο όριο την επιβίωση των λιγνιτικών μονάδων, οι καταναλωτές επωφελούνται από ελάχιστα ως μηδενικά, καθώς τελικά επιβαρύνονται με τη μετακύλιση στους λογαριασμούς τους του ειδικού τέλους για τις εκπομπές των ρύπων.

Κατά το τρόπο αυτό δημιουργείται ένας ανταγωνισμός με αθέμιτα χαρακτηριστικά, όπου η ΔΕΗ καθορίζει τους όρους έναντι των παραγωγών φυσικού αερίου, διαθέτοντας όλα τα προαναφερθέντα πλεονεκτήματα.
Παράλληλα, όπως παρατηρήθηκε στο παρελθόν, όταν δεν υπήρξε η κάλυψη των αναγκών σε περιόδους αιχμής και πριν ξεκινήσουν να λειτουργούν οι μονάδες φυσικού αερίου οι τιμές της εισαγόμενης ενέργειας διαμορφώθηκαν στα ύψη, όπως συνέβη το 2007.

Με την μαζική είσοδο των ανανεώσιμων πηγών το 2013 που παράγουν μεν ακριβή ενέργεια  η οποία όμως αποδίδεται στο σύστημα πρώτη, η ΡΑΕ εκλήθη να επιλύσει το πρόβλημα της ρύθμισης των μεταβατικών μηχανισμών ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την χώρα χωρίς όμως να κινδυνεύει η επάρκεια.

Βασική παράμετρος στην επίλυση του πολύπλοκου αυτού προβλήματος αποτελεί  η αγορά του φυσικού αερίου. Δεν θα πρέπει να αγνοηθεί όλοι όσοι κατέχουν μονάδες Φ.Α. έχουν συνάψει μακροχρόνια συμβόλαια με την ΔΕΠΑ τα οποία προβλέπουν ρήτρες υποχρεωτικής παραλαβής, το ποσοστό δε του Φ.Α. που καταναλώνεται στην ηλεκτροπαραγωγή είναι περίπου 65-70%. Για τον εφοδιασμό της αγοράς η ΔΕΠΑ έχει συνάψει αντίστοιχα συμβόλαια με μεγάλους προμηθευτές Φ.Α. (Ρωσία, Αλγερία, Τουρκία) που εμπεριέχουν επίσης αντίστοιχες ρήτρες.

Ως εκ τούτου οι δύο αγορές,  ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, πρέπει να κινούνται εναρμονισμένα προς αποφυγή εκτροχιασμών είτε της μίας είτε της άλλης. Είναι δε αυτονόητο ότι και οι δύο αγορές πρέπει να διατηρηθούν και να απελευθερωθούν έτσι ώστε να προκύψουν μέσω του ανταγωνισμού καλύτερες τιμές για τους καταναλωτές αλλά και νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για την χώρα.

Την λεπτή αυτή ισορροπία καλούνται να καλύψουν οι αποφάσεις των ΥΠΕΚΑ, ΡΑΕ έτσι ώστε και το καλύτερο αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται για τους καταναλωτές και οι αγορές να μην απορυθμιστούν. Το ΥΠΕΚΑ και η ΡΑΕ έχοντας πλήρη αντίληψη των παραπάνω φαίνεται ότι στοχεύουν σε ένα πακέτο μέτρων που και το κόστος στον καταναλωτή θα μειώσει και θα διατηρήσει για μια μεταβατική περίοδο την ισορροπία των αγορών μέχρι την υλοποίηση των εξαγγελθέντων ουσιαστικών παρεμβάσεων.