Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα χρειάζεται μία ελάφρυνση από τα χρέη της προς τους πιστωτές του επίσημου τομέα, παραδέχεται τώρα η Deutsche Bank, με τελευταία της έκθεση, με την οποία απομακρύνεται από τη γραμμή που τηρούσε έως τώρα. Τονίζει, όμως, ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο πριν από τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Μόλις πριν από λίγες ημέρες, στις 9 Ιουλίου, η Deutsche Bank επέμενε στη “γραμμή” της Angela Merkel, λέγοντας ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο.  Έπειτα από τη μείωση επιτοκίων και την επιμήκυνση στα δάνεια διάσωσης που έδωσαν οι Ευρωπαίοι, η εξυπηρέτηση του χρέους είναι πια πολύ πιο διαχειρίσιμη από ό,τι υπονοεί το ύψος του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, τόνιζαν τότε οι οικονομολόγοι της Deutsche Bank, εξηγώντας ότι το κόστος των τόκων ανέρχεται στο 3,8% του ΑΕΠ για την Ελλάδα φέτος, την ώρα που κυμαίνεται στο 5,3% στην Ιταλία.

Όμως, με τη νέα έκδοση της σειράς “The House View”, η οποία δημοσιεύεται σήμερα, ο γερμανικός επενδυτικός οίκος αναγκάζεται σε στροφή.

“Χρειάζεται η  ελάφρυνση των χρεών προς τον επίσημο τομέα, όμως, το όποιο haircut στα δάνεια είναι πολιτικά τοξικό στη Γερμανία και αδύνατο πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου”, σημειώνει τώρα.

Πάντως, η άποψη της Deutsche Bank είναι ότι η ευρωπαϊκή περιφέρεια και οι αγορές της είναι σήμερα πιο ανθεκτικές. Οι αναλυτές επικαλούνται τους εξής λόγους:
– Βελτίωση της μακροοικονομικής εικόνας.
– Εξισορρόπηση της περιφέρειας με βελτίωση των πρωτογενών ισοζυγίων και μείωση του εργατικού κόστους.
– Μείωση της εξάρτησης των χωρών αυτών από τους ξένους επενδυτές (π.χ. Οι ξένες επενδύσεις στα ιταλικά και ισπανικά ομόλογα είναι σήμερα χαμηλότερες του 30% του συνόλου της αγοράς, έναντι άνω του 40% που ήταν στα τέλη του 2010), κάτι που συνεπάγεται μεγαλύτερη σταθερότητα στις αγορές.
– Το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ (ΟΜΤ), παρότι δεν έχει δοκιμαστεί στην πράξη, εξακολουθεί να λειτουργεί ως ανάχωμα στην κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, η Deutsche  Bank εξακολουθεί να εντοπίζει κινδύνους:
– Τα επίπεδα των δημοσίων χρεών εξακολουθούν να αυξάνονται.
– Το πολιτικό ρίσκο ενισχύεται λόγω της κόπωσης  με τις μεταρρυθμίσεις.
– Η αποκλιμάκωση στις πιέσεις της αγοράς αναμένεται να οδηγήσει σε επιβράδυνση του ρυθμού των μεταρρυθμίσεων.
– Οι ισολογισμοί των τραπεζών παραμένουν αδύναμοι.