Της Μαίρης Λαμπαδίτη
Οικονομικό μοντέλο που αποδεικνύει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού θα βοηθήσει στην τόνωση της κατανάλωσης και θα επιφέρει θετικό πρόσημο στα μεγέθη της πραγματικής οικονομίας επεξεργάζεται ο διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) κ. Σάββας Ρομπόλης με τους συνεργάτες του, το οποίο θα παρουσιάσουν στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία, στις 6 Σεπτεμβρίου, στη Θεσσαλονίκη.
Αν και φαίνεται σχήμα οξύμωρο να μιλά κανείς για αύξηση του κατώτερου μισθού την ώρα που η κυβέρνηση πασχίζει να αποτρέψει ενδεχόμενη αξίωση της τρόικας για περαιτέρω μείωση, ο κ. Ρομπόλης πιστεύει ότι μια τέτοια θετική εξέλιξη θα παρασύρει σε τρία χρόνια και την αύξηση των κλαδικών μισθών, επισημαίνοντας: «Ο υψηλός κατώτατος μισθός συνδέεται με αύξηση της απασχόλησης, ενώ αντίθετα ο χαμηλός κατώτατος μισθός με υψηλή ανεργία».
Η αρχική μελέτη των οικονομολόγων του ΙΝΕ προέβλεπε επαναφορά του κατώτατου μισθού στα προ του μνημονίου επίπεδα, δηλαδή στα 751 ευρώ. Ωστόσο, η τεκμηρίωση έδειξε ότι μέσα σε έναν χρόνο είχαν διαταραχθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ο παραγωγικός ιστός και οι συνθήκες στην αγορά ώστε η οικονομία δεν θα άντεχε την απότομη αύξηση. Έτσι, το τελικό κείμενο προτείνει σταδιακή αποκατάσταση του κατώτατου μισθού, με πρώτο σκαλοπάτι αύξησης τα 640 ευρώ από 586 ευρώ.
Ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Γιάννης Κουζής, βασικό μέλος της ομάδας του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, εκφράζει την ανησυχία του ότι η αμοιβή των 490 ευρώ -και 427 για τους νέους κάτω των 25, που προβλέπεται για τους ανέργους που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα κοινωφελούς εργασίας- είναι ο προθάλαμος για τη μείωση του κατώτατου μισθού σε επίπεδα Τσεχίας.
«Στην αγορά έχει επικρατήσει η ανασφάλεια και η επισφάλεια της εργασίας. Πάνω από 1.000 επιχειρήσεις μείωσαν τους κλαδικούς μισθούς στα επίπεδα του κατωτάτου γιατί οι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να αμυνθούν. Η υψηλή ανεργία και ο κίνδυνος των φθηνών και εύκολων, πλέον, απολύσεων και της μείωσης του ωραρίου τους με παράλληλη μείωση των αμοιβών οδηγεί τους εργαζομένους στην αποδοχή δυσμενέστερων όρων, όπως η μείωση των μισθών τους είτε με ατομικούς όρους (τροποποιητική καταγγελία των συμβάσεων) είτε με συλλογικούς (ειδικές επιχειρησιακές συμβάσεις). Την ίδια στιγμή ή αναμενόμενη από τις μνημονιακές δεσμεύσεις επέκταση του ανώτατου χρόνου των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από δύο σε τρία χρόνια, ώστε να συμβαδίζει και με τον ανώτατο χρόνο δανεισμού εργαζομένων που επεκτάθηκε από τον ένα έτος στα τρία, παράλληλα με την αναμενόμενη αύξηση του αριθμού των διαδοχικών προσωρινών συμβάσεων δημιουργούν τους όρους για την παγίωση ενός ζοφερού εργασιακού τοπίου», προσθέτει.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η μελέτη του Παρατηρητηρίου Απασχόλησης, φορέα του υπουργείου Εργασίας, που υποστηρίζει ότι ο κατώτατος μισθός δεν επηρεάζει την ανεργία όσο άλλες οικονομικές δυνάμεις και άλλες πολιτικές απασχόλησης. Η περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν αναμένεται να επηρεάσει ούτε την ανεργία ούτε την ανταγωνιστικότητα.
Αντίθετα, το ποσοστό 27,6% της ανεργίας σημείωσε και νέο ρεκόρ τον Μάιο του 2013, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., έναντι του 23,8% τον Μάιο του 2012 και 27% τον Απρίλιο του 2013, επιβεβαιώνοντας τις δυσοίωνες προβλέψεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Σχολιάζοντας τα στοιχεία, ο καθηγητής Οικονομικών και Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Ρομπόλης επισημαίνει ότι «οι άνεργοι αριθμούν 1.381.088 άτομα, ενώ οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 171.356 και ανέρχονται σε 3.621.153 άτομα. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι συνταξιούχοι έφθασαν τα 2,7 εκατομμύρια και ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός (παιδιά – μαθητές) το ένα εκατομμύριο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ισορροπία έχει ανατραπεί και ότι 3,6 εργαζόμενοι “ζουν” 5 άτομα που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας. Δραματικές διαστάσεις έχει πάρει, όμως, και η ανεργία των νέων έως 24 ετών. Το ποσοστό τους ανήλθε στο 64,9% έναντι 55,1% τον Μάιο του 2012».
Τι δείχνουν, όμως, οι μελέτες του ΙΝΕ για την ανεργία τα επόμενα χρόνια;
«Οι μελέτες μας δυστυχώς δείχνουν ότι η ανεργία θα φτάσει το 29%-30% το 2013 και 31,5% το 2014. Οι απασχολούμενοι στον ιδιωτικό τομέα συρρικνώθηκαν το 2013 στο 52% του εργατικού δυναμικού, από το 62,3% που ήταν το 2009. Οποιος βγαίνει σήμερα από την αγορά εργασίας θα παραμείνει εκτός για τουλάχιστον πέντε χρόνια, ενώ οι άνω των 45 ετών δεν έχουν καμιά ελπίδα να επανέλθουν», τονίζει ο κ. Ρομπόλης. Κατά την άποψή του, το αρνητικό πρόσημο της ύφεσης θα αντικατασταθεί το 2015 από μικρή ανάκαμψη της τάξεως του 0,5% του ΑΕΠ. Η ανάκαμψη θα είναι αργή, ασθενής και σίγουρα «άνεργη», εξηγεί, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η αποκλιμάκωση της ανεργίας στα επίπεδα κάτω του 10% θα συντελεστεί την περίοδο 2025-2027.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.