Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Νέες διαπραγματεύσεις για την Ελλάδα είναι και πάλι μπροστά μας, αναφέρει σε έκθεση της η Citi, οι οποίες θα πρέπει να επικεντρωθούν σε (α) το κλείσιμο του χρηματοδοτικού κενού περίπου στο 8-9% του ΑΕΠ το 2014-16 και (β) στους τρόπους για μείωση του δημόσιου χρέους στο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020, όπως έχει δεσμευθεί. Τα μέτρα ανακούφισης του χρέους, και όχι νέα δάνεια, είναι πιθανά, αλλά μάλλον δεν πρόκειται να διαγραφούν τα επίσημα δάνεια – ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του χρέους – κατά την άποψη της Citi. H συνήθης μικροπολιτική θα παραμείνει στο παιχνίδι, εκτός και αν οι φόβοι επανεμφανιστούν από την κατάρρευση της κυβέρνησης και του Grexit.

Η Citi εκτιμά ότι η ελληνική δημοσιονομική προσαρμογή είναι μακριά, καθώς οι Ευρωπαίοι δανειστές πιθανώς θα αναζητήσουν ένα πρωτογενές πλεόνασμα όχι μόνο κοντά στο μηδέν, αλλά της τάξης του 3-4% του ΑΕΠ. Μαζί με την ιδιωτική απομόχλευση και την εσωτερική διαδικασία υποτίμησης, κάτι τέτοιο θα ήταν πιθανό να εμποδίσει τη πραγματική και ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ ώστε να επιστρέψει σε θετικό έδαφος βραχυπρόθεσμα.

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά από τις μακρές διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε μια αρκετά μεγάλη ελάφρυνση του χρέους, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι να προβληματίζεται με μια τρύπα στον προϋπολογισμό. Παρά τα 215 δισ. ευρώ (119% του ΑΕΠ του 2013) που έχουν ήδη καταβληθεί ως δάνεια, και περίπου 42 δισ. ευρώ που έχουν προγραμματιστεί να εκταμιευθούν μέχρι το 2016, ένα κενό χρηματοδότησης ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ  (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, λίγο μεγαλύτερο κατά την εκτίμηση της Citi) παραμένει ακάλυπτο το 2014-15. Δίχως η Ελλάδα να έχει πρόσβαση στην αγορά, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να βασιστεί σε διεθνή βοήθεια. Η Citi θεωρεί ότι η η πρόσθετη στήριξη είναι απίθανο να έρθει ως φρέσκο νέο δάνειο, αλλά μάλλον σαν ελάφρυνση του χρέους (όχι όμως αρκετά μεγάλη ώστε να καταστεί βιώσιμο το χρέος) με την προϋπόθεση για μεγαλύτερη δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση. Οι διαπραγματεύσεις – που ενδέχεται να ξεκινήσουν τον Οκτώβριο – είναι βέβαιο ότι συνοδευτούν από το συνηθισμένο υψηλό βαθμό μικροπολιτικής από όλες τις πλευρές, με περισσότερο πολιτικό δράμα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν θα υπάρξουν αλυσιδωτές επιπτώσεις στη ζώνη του ευρώ.

Η Citi υποστηρίζει ότι η Ελλάδα από μόνη της μπορεί να αποσταθεροποιήσει σοβαρά τη ζώνη του ευρώ μόνο αν οι ανησυχίες περί εξόδου της από το ευρώ επανεμφανιστούν, αν και ο κίνδυνος μετάδοσης θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος αν η ελληνική διαπραγμάτευση συμπίπτει χρονικά με άλλα κρίσιμα ζητήματα της ΕΕ (όπως η πολιτική αναταραχή στην Ιταλία, οι διαπραγματεύσεις για ένα δεύτερο πακέτο διάσωσης για την Πορτογαλία).
Το Grexit παραμένει μια πιθανότητα, αν και όχι το κεντρικό σενάριο, αλλά είναι ένας κίνδυνος που οι ηγέτες της Ευρώπης είναι εξαιρετικά πρόθυμοι να αποφύγουν.