Το πρωτογενές πλεόνασμα όχι μόνο δεν συνεπάγεται επέκταση της «λιτότητας», αλλά είναι τώρα ο μόνος μηχανισμός με τον οποίο μπορούμε έγκαιρα να βγούμε από τη λιτότητα, επισημαίνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο οικονομικό της δελτίο.
Όπως αναφέρει, η χώρα εισέρχεται επιτέλους στον αστερισμό των πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, όπως ανακοινώθηκε επισήμως και με τη βούλα του Προσχεδίου του Προϋπολογισμού του 2014. Το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος ανέρχεται στα € 340 εκατ. (0,2% του ΑΕΠ) το 2013, ενώ αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω στα € 2,84 δισ (1,6% του ΑΕΠ) το 2014. Η δημοσιονομική προσαρμογή έχει ως τελικό στόχο τη διαμόρφωση του πρωτογενούς πλεονάσματος σε 4,5% του ΑΕΠ το 2016 και σε επίπεδα άνω του 4,0% του ΑΕΠ μετά το 2016.
Με πρωτογενή πλεονάσματα τέτοιου ύψους εξασφαλίζεται η πληρωμή των σημαντικά μειωμένων τόκων εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους της χώρας.Μόνον έτσι εξασφαλίζεται η επάνοδος του ελληνικού δημοσίου και των ελληνικών τραπεζών και επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές. Μόνον έτσι εξασφαλίζεται ότι θα χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις που έχουμε ανάγκη για την ανάπτυξη και την ταχεία αύξηση της απασχόλησης, που πρέπει να αποτελεί τον κύριο στόχο της οικονομικής πολιτικής από εδώ και πέρα. Χωρίς πρωτογενή πλεονάσματα που θα πείθουν για τη σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας και για τη βιωσιμότητα (δυνατότητα εξυπηρέτησης) του παλαιού και του νέου δανεισμού της από το εξωτερικό, η Ελλάδα θα είναι καταδικασμένη στη λιτότητα και στην ανεργία για δεκαετίες, με τις εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες που ήδη υφίσταται ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια.
Οι εντυπωσιακές εξελίξεις στο ελληνικό χρηματιστήριο τις τελευταίες εβδομάδες, η σημαντική καθαρή εισροή νέων επιχειρηματικών κεφαλαίων και το πλήθος των ξένων επενδυτών που κατακλύζουν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια την Ελλάδα, οφείλονται στο πρωτογενές πλεόνασμα που επιτυγχάνουμε το 2013 και δείχνουν από πού θα έρθει η ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης στη χώρα από εδώ και πέρα.
Το πρωτογενές πλεόνασμα όχι μόνο δεν συνεπάγεται επέκταση της «λιτότητας», αλλά είναι τώρα ο μόνος μηχανισμός με τον οποίο μπορούμε έγκαιρα να βγούμε από τη λιτότητα, επισημαίνει η Alpha Bank. Αν αποτύχουμε στην επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 1,6% του ΑΕΠ και το 2014 και αν δεν προχωρήσουν έγκαιρα οι αποκρατικοποιήσεις και η εκλογίκευση της λειτουργίας του δημόσιου τομέα της χώρας, τότε τα διεθνή (κυρίως επιχειρηματικά) κεφάλαια θα σταματήσουν να έρχονται, ή θα φύγουν και πάλι και η λιτότητα θα συνεχιστεί αφού η ανάπτυξη χωρίς κεφάλαια δεν είναι δυνατή. Ακόμη και οι παράμετροι της επιστροφής των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες θα προσδιοριστούν από την ασφάλεια που θα παρέχει στους καταθέτες το πρωτογενές πλεόνασμα και η συνεπαγόμενη οριστική αποκατάσταση της βιωσιμότητας του ήδη σημαντικά μειωμένου και αναδιαρθρωμένου δημοσίου χρέους.
Γενικά, σύμφωνα με την έκθεση, από εδώ και πέρα η ανάπτυξη της χώρας δεν είναι δυνατή με κινητήριο μοχλό τις κρατικές δαπάνες και τα κρατικά ελλείμματα. Αντίθετα, θα πρέπει το κράτος να διατηρεί κάποιο πλεόνασμα για να ανακτήσει την αξιοπιστία του διεθνώς. Θα δοθεί έτσι η δυνατότητα στον ιδιωτικό επιχειρηματικό και τραπεζικό τομέα να χρηματοδοτηθεί για να προωθήσει τις αναγκαίες επενδύσεις για αύξηση των εξαγωγών, υποκατάσταση εισαγωγών και αύξηση της εγχώριας διεθνώς ανταγωνιστικής απασχόλησης. Τα κρατικά πλεονάσματα μπορεί να αντισταθμίσουν τα αναγκαία ελλείμματα του ιδιωτικού τομέα με το ισοζύγιο πληρωμών της χώρας να διατηρείται σε ισορροπία. Σήμερα, ο ιδιωτικός τομέας είναι καθηλωμένος σε αδυναμία ικανοποιητικής χρηματοδότησης από τον κίνδυνο του ελληνικού δημοσίου. Αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα και με αποφασιστικότητα. Χρειαζόμαστε τα πρωτογενή πλεονάσματα για να εκλείψει αυτός ο κίνδυνος και για να ξαναγίνει η Ελλάδα μια χώρα εγκατάστασης παραγωγικών επιχειρήσεων και σημαντικών ευκαιριών απασχόλησης.
Θα πρέπει να σταματήσει πλέον η απίστευτη μιζέρια της ιδεολογίας του συνεχούς «κουρέματος» του ήδη δραστικά «κουρεμένου» και αναδιαρθρωμένου χρέους της χώρας μας, ή της αναστολής της πληρωμής των ήδη δραστικά μειωμένων τόκων επί αυτού του χρέους, διότι αυτό αποτελεί σήμερα τον πιο επικίνδυνο μηχανισμό υπονόμευσης της προσπάθειας αποκατάστασης της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Σημειώνεται ότι, όπως έχουμε αναλύσει εκτενώς σε προηγούμενα τεύχη του παρόντος Δελτίου, η γενική αναφορά σε χρέος ύψους 178% του ΑΕΠ δεν απεικονίζει την πραγματική δανειακή επιβάρυνση της χώρας στην οποία η μέση διάρκεια του εξαιρετικά χαμηλότοκου χρέους της υπερβαίνει τα 17,2 έτη και στην οποία από τα € 305 δις του συνολικού χρέους τα € 202,9 δις έχουν λήξεις μετά το 2025 και τα € 165,4 δις έχουν λήξεις μετά το 2030.
Οι χρηματοδοτικές ανάγκες Ελλάδος είναι σχετικά υψηλές το 2014, κυρίως λόγω λήξεων χρέους € 25 δις προς τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες της Ζώνης του Ευρώ και προς το ΔΝΤ. Το ΔΝΤ έχει εκτιμήσει ότι ενδεχομένως θα υπάρξει ένα χρηματοδοτικό κενό ύψους € 4,5 δις το 2014, το οποίο, ωστόσο, έχει ήδη αποφασιστεί από το Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου 2013 να καλυφθεί από τις χώρες της ΖτΕ. με την προϋπόθεση της επίτευξης από την Ελλάδα πρωτογενούς πλεονάσματος στη ΓΚ το 2013, όπως πράγματι έγινε. Από το 2015 η Ελλάδα θα βρίσκεται σε ικανοποιητική πορεία ανάκαμψης της οικονομίας της και με σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα (άνω του 3,0% του ΑΕΠ το 2015), σημαντικά έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις, εισροή Ξένων Άμεσων Επενδύσεων και με δυνατότητες αυτοδύναμης χρηματοδότησης. Στην περίοδο δε 2016-2025 οι ετήσιες δανειακές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου δεν θα υπερβαίνουν το 2,5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, όταν σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρας οι ανάγκες αυτές είναι πολλαπλάσιες.
Επιπλέον, θα πρέπει να σταματήσει η υπονόμευση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας με τις συνεχείς συζητήσεις για «σεισάχθειες» χρεών προς τις τράπεζες, ή για μονομερείς «διαπραγματεύσεις» με τους δανειστές μας για το πώς θα πληρώσουμε τις ήδη δραστικά μειωμένες υποχρεώσεις μας. Είναι ώρα να εγκαταλειφθούν παρωχημένες και ανιστόρητες προτάσεις για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής ενεργούς στήριξης της ζήτησης με την δια νόμου αύξηση των κατώτατων μισθών (ως εάν να μπορεί να νομοθετηθεί η αύξηση των εισοδημάτων και η δημιουργία πλούτου) επιβαρύνοντας επιχειρήσεις που παλεύουν να επιβιώσουν ή για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής μέσω απαλλαγής χιλιάδων αναξιοπαθούντων νοικοκυριών από την πληρωμή του λογαριασμού ρεύματος. Και όλα αυτά να χρηματοδοτούνται, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής πειθαρχίας, από αύξηση των φόρων κατοχής στην (ήδη υπερ-φορολογημένη) ακίνητη περιουσία και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και του φόρου εισοδήματος στα (ανύπαρκτα) μεγάλα επιχειρηματικά κέρδη, από ανακατανομή πόρων ΕΣΠΑ, από την «εξυγίανση» των τραπεζών, κλπ. Θεός φυλάξοι!
Όλος ο κόσμος βλέπει σήμερα την Ελλάδα ως ευκαιρία για επενδύσεις και ως οικονομία σταθεροποιημένη και διεθνώς ανταγωνιστική που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας δυναμικής ανάπτυξης. Πρέπει να πασχίζουμε να τους αποδείξουμε ότι όντως έτσι έχουν τα πράγματα και με τη δημοσιονομική προσαρμογή και με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και αποκρατικοποιήσεις. Το όφελος για τη χώρα θα είναι μεγάλο, καθώς μόνο με τον τρόπο αυτό θα συνεχίσει να βελτιώνεται η εμπιστοσύνη των επενδυτών (εγχώριων και ξένων) στις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Σε κάθε περίπτωση το ποτάμι δεν γυρίζει πια πίσω. Η ελληνική οικονομία έχει πολλά ακόμη προβλήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, με μεγαλύτερο από όλα την εξασφάλιση μιας ικανοποιητικής και αποτελεσματικής λειτουργίας του δημόσιου τομέα και την ουσιαστική μείωση της ανεξέλεγκτης έως τώρα φοροδιαφυγής. Έχει, ωστόσο, και πολύ σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία την οδηγούν στην ανάκαμψη.
Ο τουρισμός, οι εξαγωγές γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων και η υποκατάσταση εισαγωγών – που θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια – δείχνουν το δρόμο. Η επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, με προσέλκυση σημαντικών κεφαλαίων και από το εξωτερικό, δείχνει το δρόμο. Αυτό που απαιτείται τώρα είναι να πεισθούν τα εγχώρια νοικοκυριά (που ακόμη βομβαρδίζονται και απειλούνται με απίστευτα σενάρια καταστροφής) ότι η Ελληνική οικονομία σταθεροποιείται και αναδιαρθρώνεται και ότι έχει τώρα σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση.
Και στον τομέα αυτό η εντυπωσιακή ανάπτυξη του τουρισμού στην περίοδο Μαΐου – Σεπτ. 2013 (η αύξηση των αφίξεων ξεπέρασε το 12,5% και τον Σεπτ.2013 και φαίνεται ότι συνεχίζεται και τον Οκτ.2013) και η αύξηση της απασχόλησης σε 3μηνιαία βάση στο 2ο και στο 3ο 3μηνο του 2013 (παρά την πτώση του ΑΕΠ) δείχνουν το δρόμο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.