Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στη θέση της πως η ορθή εφαρμογή του ενιαίου φόρου στα ακίνητα είναι το «κλειδί» για να αποφευχθεί η λήψη νέων μέτρων το 2014, εμμένουν οι αναλυτές της Alpha Bank, στο τελευταίο οικονομικό τους δελτίο, εφιστώντας την προσοχή στις επιπτώσεις που θα είχε η εφαρμογή ενός φόρου με μάλλον «δημευτικό χαρακτήρα», προειδοποιώντας πως η λογική επιβολής ενός «φόρου περιουσίας» ενέχει τον μεγάλο κίνδυνο υπονόμευσης του επενδυτικού κλίματος.

Μνεία στον νέο ενιαίο φόρο ακινήτων, αλλά και στο θέμα των πλειστηριασμών, στα ανοικτά δηλαδή «μέτωπα» στις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα, κάνουν, λοιπόν, οι αναλυτές της Alpha Bank, τονίζοντας πως οι καθυστερήσεις «συνεπάγονται αναμφισβήτητα δυσμενείς επιπτώσεις και εγείρουν νέα εμπόδια στην πορεία της οικονομίας για έξοδο από την κρίση».

Βασιζόμενοι στα θετικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία, οι αναλυτές, «βλέπουν» θετική αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,5% περίπου, στο πρώτο τρίμηνο του 2014, με αύξησή του, κατά περισσότερο του 1%, το 2014 ως σύνολο. Προειδοποιούν, ωστόσο, ότι «οι διαιωνιζόμενες και πάλι καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με την τρόικα για την ολοκλήρωση της τρέχουσας εξέτασης της πορείας υλοποίησης του ελληνικού προγράμματος προσαρμογής και για την απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοδότησης αυτού του προγράμματος» θέτουν σε κίνδυνο την πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά στην πρώτη εκκρεμότητα, αυτή της θέσπισης του ΕΝΦΑ, η Alpha Bank επισημαίνει πως ενδεχόμενη νέα διαστρέβλωση τού προς την κατεύθυνση της νέας υπέρμετρης επιβάρυνσης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων με σχετικά μεγάλη ακίνητη περιουσία θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην ανατροπή της πορείας ανάκαμψης της οικονομίας και σε αδυναμία εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2014. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, σε προτάσεις που διέρρευσαν για συνέχιση της επιβολής του ΦΑΠ με αφορολόγητο όριο τα 300 χιλ. ευρώ, με ταυτόχρονη εφαρμογή του ΕΝΦΑ με χαμηλότερη, ή μηδενική, επιβάρυνση στις εκτός σχεδίου πόλης εκτάσεις γης.

«Τα διάφορα σενάρια που βλέπουν το φως της δημοσιότητας αποκαλύπτουν τις εξαιρετικά έντονες πιέσεις που ασκούνται από διάφορες ισχυρές ομάδες συμφερόντων για την εκ νέου ουσιαστική εκ βάθρων ανατροπή της δομής και της δικαιολογητικής βάσης του ΕΝΦΑ», προειδοποιούν οι αναλυτές.

Οι αναλυτές εφιστούν την προσοχή στη φιλοσοφία του νέου φόρου στα ακίνητα και προειδοποιούν για τις επιπτώσεις που θα είχε η μετατροπή σε έναν «φόρο περιουσίας» με δημευτικό χαρακτήρα που στόχο έχει τον επιμερισμό του βάρους με αυθαίρετο τρόπο, καθώς «οι κατά συνθήκην πλούσιοι επιβαρύνονται υπερμέτρως προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και κατόχων ακινήτων πάσης φύσεως».

Όπως λένε, «η λογική φορολόγησης των ακινήτων εδράζεται στην ιδέα της αυτοτελούς επιβάρυνσης κάθε ακινήτου με συντελεστές επί της αξίας όπως αυτή διαμορφώνεται από τις υπάρχουσες υποδομές και προσφερόμενες υπηρεσίες σε κάθε περιοχή». Σε διαφορετική περίπτωση, και ιδίως όταν η λογική είναι εισπρακτικού, και όχι ανταποδοτικού χαρακτήρα, όπως σημειώνουν, ο φόρος ακινήτων μετατρέπεται σε «φόρο περιουσίας».

«Ένας φόρος στα ακίνητα που λειτουργεί ως φόρος περιουσίας ανοίγει και την όρεξη επιβολής φόρων στην κατοχή άλλων περιουσιακών στοιχείων», εκτιμούν και επισημαίνουν πως μία τέτοια λογική είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να αντιστραφεί το καλό επενδυτικό κλίμα και να μεταναστεύσουν άνθρωποι και περιουσίες στο εξωτερικό.

Στην ίδια αυτή λογική εντάσσεται και η επιχειρούμενη εξαίρεση των οικοπέδων, αγροτεμαχίων από την φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας, διότι η επιβάρυνση που αντιστοιχεί θα εξευρεθεί από τα συνήθη υποζύγια, όπως παρατηρούν. «Αυτός όμως είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να φτιάξεις ένα φορολογικό σύστημα, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα», σημειώνουν.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αναλυτές θεωρώντας πως δεν είναι λίγοι εκείνοι που «επιδιώκουν την ουσιαστική επιστροφή σε πρακτικές φορολογίας που ισοδυναμούν με ουσιαστική φαλκίδευση της ακίνητης περιουσίας» που οδήγησαν στην κατάρρευση του φορολογικού συστήματος της χώρας το 2010 και το 2011 και στον καταποντισμό των συναλλαγών και των επενδύσεων στην αγορά ακινήτων σε απίστευτα χαμηλά επίπεδα, υπενθυμίζουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Όπως σημειώνουν, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’όψιν το γεγονός ότι η απολύτως αναγκαία ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας από το 2014 στηρίζεται και στην εφαρμογή του ΕΝΦΑ, καθώς αυτός είναι ο μόνος φόρος, ο οποίος σε συνδυασμό με τη δραστική προσαρμογή του φόρου επί των συναλλαγών ακινήτων και των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων, μπορεί να συμβάλλει στην ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων και της οικονομίας γενικότερα, με ταυτόχρονη είσπραξη και των αναγκαίων εσόδων από το κράτος.

Άλλωστε, οι αναλυτές προβλέπουν πως η καλύτερη  εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2013, χωρίς την επιβολή νέων μέτρων, στηρίζεται στην ομαλή εφαρμογή του ΕΝΦΑ.

«Ωστόσο, η τυχόν διαστρέβλωση του ΕΝΦΑ, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε ανατροπή της ανάκαμψης της οικονομίας, ανατρέπει σε μεγάλο βαθμό τις ανωτέρω προβλέψεις για τα έσοδα από τον φόρο ακινήτων και, γενικότερα, για την εκτέλεση του Π2014 ως σύνολο. Σημειώνεται δε ότι με αυτές τις εξελίξεις και τις παλινωδίες όσον αφορά το φόρο ακινήτων κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Τρόικα όταν προβλέπει την ανάγκη για νέα δημοσιονομικά μέτρα (πολλών δις) το 2014», καταλήγουν οι αναλυτές.

Όσον αφορά το καθεστώς στον τομέα των πλειστηριασμών ακινήτων, σημειώνεται ότι «αυτό που ισχύει σήμερα αποτελεί τη βασική αιτία για τη διατήρηση της αβεβαιότητας όσον αφορά στις εξελίξεις στο ελληνικό χρηματοοικονομικό σύστημα, παρά την εκ βάθρων αναδιάρθρωσή του και την εξαιρετικά επιτυχή ανακεφαλαιοποίηση των μεγάλων τραπεζών, με προσέλκυση και σημαντικών επιχειρηματικών κεφαλαίων από το εξωτερικό».

Όπως παρατηρούν, η εκλογίκευση αυτού του καθεστώτος θα πρέπει να είναι πρωτίστως επιδίωξη του συνόλου του πολιτικού κόσμου της χώρας και όχι να παρουσιάζεται ως προαπαιτούμενο για τη συνέχιση της χρηματοδότησης της χώρας από την Τρόικα.

Μάλιστα, εκτιμούν πως αυτή η εκλογίκευση θα έπρεπε να είχε ήδη θεσπιστεί, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ομαλοποίηση της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και στην επιστροφή των καταθέσεων και, γενικότερα, στην πορεία εξόδου της χώρας από την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της.