Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Αλέξανδρου Κασιμάτη

Περίοδο αυξημένης κινητικότητας αλλά και θεσμικών διεργασιών που μπορεί να αποδειχθούν υψηλού ρίσκου διανύουν οι τράπεζες. Οι επικεφαλής των τραπεζών  καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά μέτωπα, τα οποία ανακύπτουν είτε από προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί λόγω των τεσσάρων ετών βαθιάς ύφεσης, είτε λόγω σημαντικών θεσμικών αλλαγών που είναι προ των θυρών.

Συγκεκριμένα:

n Ολα τα βλέμματα είναι στραμμένα στο πόρισμα των ελέγχων που διενήργησε η ΒlackRock Solutions. Η ανησυχία εδράζεται στη διαχείριση των δανείων που  έχουν αναχρηματοδοτηθεί, ρυθμιστεί δηλαδή από τις τράπεζες. Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου, λόγω της επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών, δανειολήπτης και τράπεζα συμφώνησαν σε νέους όρους (επιμήκυνση του χρόνου εξόφλησης, περίοδος χάριτος στις πληρωμές του κεφαλαίου κ.λπ.) εξυπηρέτησης του δανείου.

Οι τράπεζες σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία σε αντίστοιχες περιπτώσεις ρυθμίσεων υποχρεώνονται να παίρνουν προβλέψεις, καθώς θεωρείται ότι ο δανειολήπτης παρουσίασε αδυναμία να εκπληρώσει τους αρχικούς όρους του δανείου. Στην Ελλάδα, όμως, αυτό δεν συμβαίνει. Δεδομένου ότι η BlackRock στον τρέχοντα έλεγχο που έκανε αφιέρωσε τα 3/4 του χρόνου της ερευνώντας το συγκεκριμένο πεδίο, αναμένονται με μεγάλο ενδιαφέρον οι επισημάνσεις της στο σχετικό πόρισμα.

Αν ζητηθεί και οι ελληνικές τράπεζες να λαμβάνουν προβλέψεις για τα ρυθμισμένα δάνεια, τότε θα ανακύψουν σοβαρά θέματα, ιδιαίτερα για τράπεζες όπως η Εθνική και η Eurobank, που έχουν χαμηλότερη κεφαλαιακή επάρκεια. Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς διαθέτουν μεγαλύτερα κεφαλαιακά αποθέματα  και συνεπώς είναι σε θέση να διαχειριστούν καλύτερα τις επιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το ενδεχόμενο αυτό θα αποτελέσει πλήγμα για όλες τις τράπεζες και ιδιαίτερα για τα χαρτοφυλάκια εταιρικών δανείων.

Στο τέλος του Νοεμβρίου ξεκινά επισήμως η διαδικασία προετοιμασίας για την τραπεζική ενοποίηση με την ανάληψη της εποπτείας του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης από την ΕΚΤ. Η διαδικασία της αξιολόγησης των τραπεζών θα διαρκέσει 12 μήνες και, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχαν οι επικεφαλής των ελληνικών τραπεζών από την ηγεσία της ΕΚΤ, θα ερευνηθούν:

1. Ο κίνδυνος που διατρέχουν οι τράπεζες όσον αφορά στη ρευστότητα, στη μόχλευση, στη χρηματοδότηση κ.λπ.

2. Η ποιότητα του ενεργητικού.

3. Η συμπεριφορά των τραπεζικών ιδρυμάτων σε ακραία οικονομικά σενάρια.

Η ΕΚΤ θα ελέγξει 130 ευρωπαϊκές τράπεζες -μεταξύ των οποίων και τις τέσσερις ελληνικές- ευρισκόμενη σε στενή συνεργασία με τις Κεντρικές Τράπεζες αλλά και εξειδικευμένους συμβούλους. Εξειδικευμένες εταιρείες -όπως συνέβη στην Ελλάδα με την ΒlackRock- θα ξεσκονίσουν τις πιστώσεις και τα ανοίγματα των τραπεζών τόσο εντός όσο και εκτός ισολογισμών, την έκθεσή τους σε πιστωτικούς κινδύνους, τα χαρτοφυλάκια, τα ομόλογα που κατέχουν κ.λπ. Οι ελληνικές τράπεζες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μπαίνουν στη συγκεκριμένη διαδικασία έχοντας το πλεονέκτημα πως έχουν υποστεί ήδη δύο εξονυχιστικούς ελέγχους από την BlackRock. Ταυτόχρονα, στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ως προς το σταθμισμένο ενεργητικό θα είναι 8% έναντι  9% που ισχύει στη χώρα μας λόγω μνημονίου.

Σε κάθε περίπτωση, η τραπεζική ενοποίηση είναι μια διαδικασία που κρύβει πολλές εκπλήξεις και προφανώς εισάγει νέα ήθη στη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΕΚΤ φαίνεται ότι έχει επεξεργαστεί συγκεκριμένα σενάρια, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις που έκανε το μέλος του εκτελεστικού της συμβουλίου κ. Γιεργκ Ασμουσεν στην εφημερίδα «Der Standard».

H φράση-κλειδί, δήλωσε ο κ. Ασμουσεν, θα είναι bail-in, που σημαίνει ότι οι μέτοχοι και πιστωτές μιας τράπεζας θα υφίστανται πρώτοι τις απώλειες και μάλιστα έως 8% του συνολικού ποσού. Μόνο εφόσον χρειαστεί θα καλύπτονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες της τράπεζας από δημόσιους πόρους και αυτό έως το 5%.

Έχοντας προφανώς εικόνα των κινδύνων που  ανακύπτουν με τη διαδικασία της ενοποίησης, ο κ. Ασμουσεν κατέληξε ότι ελπίζει να υπάρξει ένα ευρωπαϊκό ταμείο για την εκκαθάριση των τραπεζών, το οποίο θα χρηματοδοτούν οι ίδιες οι τράπεζες και θα μπορεί να παρεμβαίνει σε έκτακτες περιπτώσεις.

Η πώληση δανείων σε funds

Νομικά προβλήματα φαίνεται ότι προκύπτουν και με τις πωλήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων. Δανειολήπτες στέλνουν μέσω των δικηγόρων τους εξώδικα στις τράπεζες και ζητούν να αγοράσουν τα κόκκινα δάνειά τους σε τιμή αυξημένη σε σχέση με αυτή που θα εισπράξουν οι τράπεζες αν το δάνειο πουληθεί ενταγμένο σε ένα πακέτο δανείων σε κάποιο fund. Οι τραπεζίτες, από την πλευρά τους, αν εγκρίνουν την πώληση, κινδυνεύουν να κατηγορηθούν για απιστία, καθώς έχουν δεχθεί προσφορά σε υψηλότερη τιμή.

Από την άλλη, όμως, δεν υπάρχει νομοθεσία που να επιτρέπει την πώληση δανείου σε ιδιώτη. Είναι όμως πιθανόν να αρχίσουν να συστήνονται εταιρείες που θα διεκδικούν την αγορά των συγκεκριμένων δανείων. Πρόκειται παλιότερα για πρακτική που υιοθετήθηκε και στο εξωτερικό και δημιουργεί νομικά θέματα στις προσπάθειες πώλησης δανειακών χαρτοφυλακίων. Τα νομικά τμήματα των τραπεζών, π.χ. της  Εθνικής, εξετάζουν τις νομικές πτυχές αυτής της πρακτικής προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που θα προκύψουν.