Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Δημήτρη Παφίλα

Όταν οι τράπεζες ζητούν περισσότερα χρήματα από τις κεφαλαιοποιήσεις τους, χρειάζονται κίνητρα και σοβαρός σχεδιασμό για την επόμενη ημέρα. Αυτό εκτιμά σε συνέντευξη του στο NewMoney.gr – θεωρώντας λογική μια παράταση στις αυξήσεις- ο κ. Λάμπρος Παπακωνσταντίνου πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της VIRTUS EQUITY PARTNERS.

O έμπειρος επενδυτικός τραπεζίτης, όμως, θεωρεί ότι η επιστροφή καταθέσεων θα τις ενισχύσει αν και θα χρειαστούν δυο χρόνια μ ένα απλουστευμένο μοντέλο. Κατά την γνώμη του, στην Ελλάδα, πρώτα θα επενδύσουν οι «έξυπνοι» επενδυτές και μετά θα ακολουθήσουν οι παραδοσιακοί. Αναλυτικά, η συνέντευξη έχει ως εξής:

Ερ. Οι τρεις συστημικές τράπεζες φαίνεται ότι μπορεί να πάρουν παράταση στις αυξήσεις κεφαλαίου και να μην συμπέσουν μαζί στην άντληση χρημάτων. Υπάρχει, όμως, αγορά για τις ανακεφαλαιοποιήσεις στην παρούσα φάση;

Όπως αντιλαμβάνομαι από την σχετική ειδησεογραφία από πλευράς διοικήσεως τραπεζών καταβάλλεται προσπάθεια για να συζητηθούν εκ νέου οι όροι της ανακεφαλαιοποίησης. Επίσης, η συγχώνευση της ΕΤΕ με την Eurobank αναμένεται να ολοκληρωθεί στο τέλος του 1ου εξαμήνου 2013 και η συγχώνευση της Alpha με την Emboriki δεν εκτιμώ ότι θα έχει ολοκληρωθεί πριν το τέλος του 1ου τριμήνου 2013. Με βάση αυτές τις παραδοχές, είναι λογικό να δοθεί παράταση στις ανακεφαλαιοποιήσεις και επίσης είναι λογικό οι κινήσεις αυτές να μην γίνουν ταυτόχρονα, αλλά να υπάρχει χρονική διαφορά μεταξύ τους.

Η χρηματιστηριακή αγορά, στις παρούσες συνθήκες, εκτιμώ ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ανταποκριθεί στο μέγεθος των συγκεκριμένων αυξήσεων. Η συνολική κεφαλαιοποίηση των τριών (3) τραπεζών (θεωρούμε ενιαία την ΕΤΕ/Eurobank) αγγίζει τα  2,4 δις ευρω και σύμφωνα με τους όρους που έχουν προταθεί, τα κεφάλαια που απαιτούνται από ιδιώτες μετόχους ξεπερνούν κατά πολύ το συγκεκριμένο ποσό. Η Ελληνική χρηματιστηριακή αγορά στην παρούσα κατάσταση, δύσκολα μπορεί να καλύψει τις συγκεκριμένες ανάγκες από πλευράς κεφαλαίων. Είναι απαραίτητο να αναζητηθούν πρωτοποριακές λύσεις στον σχεδιασμό των αυξήσεων και να σχεδιαστούν κίνητρα τα οποία θα προσελκύσουν νέους επενδυτές, διότι οι υφιστάμενοι δύσκολα θα συγκεντρώσουν αυτά τα κεφάλαια.

Ερ. Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι αυξήσεις στις τράπεζες; Τι μας δείχνει η ξένη εμπειρία Και ποιά είναι η άποψη σας;     

Οι συγκεκριμένοι υπολογισμοί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, έχουν γίνει στην βάση της συμμετοχής των ιδιωτών για ποσοστό ίσο με 10%. Αυξήσεις κεφαλαίου οι οποίες υπερβαίνουν τις κεφαλαιοποιήσεις, δύσκολα γίνονται επιτυχείς και απαιτούν ιδιαίτερη προσπάθεια και κίνητρα.

Οι αυξήσεις για κάθε μία από τις Ελληνικές τράπεζες αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση και θα έπρεπε να αναλυθεί από μόνη της. Η εμπειρία από το εξωτερικό θα μπορούσε να αποτελέσει παράδειγμα, αλλά οι συγκεκριμένες κινήσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από χρονιά σε χρονιά. Το μοντέλο που εφαρμόστηκε στην Αμερική είναι διαφορετικό από αυτό της Ευρώπης γιατί και τα μεγέθη ήταν διαφορετικά, όπως και οι οικονομίες, αλλά και η δυνατότητα παρέμβασης του κράτους. Επίσης οι ανακεφαλαιοποιήσεις στην Αγγλία ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές της Ιρλανδίας ή της Γερμανίας ή της Πορτογαλίας.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η διαδικασία που θα ακολουθηθεί πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά (με την συγκεκριμένη χρονική σειρά): α) παροχή κινήτρων για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παροχή ιδιωτικών κεφαλαίων, β) συζήτηση με ενδιαφερόμενους θεσμικούς επενδυτές στο εξωτερικό, γ) επανασχεδιασμός των κινήτρων με βάση τον διάλογο, δ) τελική πρόταση, ε) σχεδιασμός της επόμενης ημέρας σε περίπτωση χαμηλής συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων, στ) μεγαλύτερη συμμετοχή του ΤΧΣ και ίσως του EFSF στην διοίκηση σε περίπτωση που το Κράτος αποτελέσει το μεγαλύτερο μέτοχο και ζ) συγκεκριμένο χρονικό πλάνο αποδέσμευσης του Κράτους από την συγκεκριμένη «επένδυση».

Ερ. Η οικονομία έχει ανάγκη από άμεσες ξένες επενδύσεις και οι τράπεζες από επιστροφή καταθέσεων. Πως εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι δυο αυτοί τομείς;    

Η οικονομία έχει ανάγκη από επενδύσεις γενικότερα, ανεξάρτητα από πού προέρχονται. Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ παράδεισος ξένων επενδύσεων, αλλά μία χώρα από την οποία πολλές ξένες εταιρίες πούλησαν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Οι μεγαλύτερες επενδύσεις, έγιναν είτε σε επίπεδο εξαγοράς χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (Credit Agricole, Societe Generale), είτε σε επίπεδο άλλων εταιριών παροχής υπηρεσιών (Deutsche Telecom – ΟΤΕ). Οι ιδιωτικοποιήσεις προσφέρουν την δυνατότητα να γίνουν άμεσες ξένες επενδύσεις σε παραγωγικές μονάδες, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι δείχνουν εμπιστοσύνη στην χώρα. Η ανάπτυξη της οικονομίας θα έλθει από την δημιουργία θέσεων εργασίας και από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Αυτοί οι δύο παράγοντες δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν από την χώρα καταγωγής του επενδυτή, αλλά από την ίδια την επένδυση. Η Ελλάδα χρειάζεται: α) να γίνει χώρα φιλική προς τις επενδύσεις, β) να διαθέτει την κατάλληλη νομοθεσία, γ) να προφυλάσσει τους επενδυτές από αυθαιρεσίες και ε) να εξασφαλίσει χρηματοδότηση στους επενδυτές. Το σημαντικότερο στην παρούσα κατάσταση και με το δεδομένο ότι ορισμένα από τα προαναφερόμενα είναι θέματα καθαρά νομοθετικά, είναι η τόνωση της ρευστότητας και η κατεύθυνσή της στην χρηματοδότηση των επενδύσεων. Η Ελληνική κυβέρνηση επομένως πρέπει να εργαστεί στην πορεία της διασφάλισης πόρων χρηματοδότησης για επενδύσεις, στην ομαλοποίηση του τραπεζικού συστήματος για την παροχή κεφαλαίων για επενδύσεις και στην ενίσχυση τους διαλόγου με τις ξένες τράπεζες, ώστε αυτές με την σειρά τους να συμμετέχουν στην παροχή κεφαλαίων σε ξένες εταιρίες για επενδύσεις στην Ελλάδα.

Η επιστροφή των καταθέσεων είναι ένας από τους βασικούς λόγους που αναμένουμε να σταθεροποιήσει τις Ελληνικές τράπεζες και να διευκολύνει την πρόσβασή τους στις αγορές χρήματος. Η διαδικασία αυτή δεν αναμένεται να ομαλοποιηθεί σύντομα, αν και τα πρώτα  σημάδια τους τελευταίους τρείς μήνες είναι ενθαρρυντικά. Ένα απλουστευμένο μοντέλο, με βάση το οποίο ο ρυθμός επιστροφής των καταθέσεων θα ήταν ίδιος με τον ρυθμό που έφυγαν, σημαίνει χρονική περίοδο δύο ετών για την αποκατάσταση των σχετικών δεικτών. Αν προσθέσουμε σε αυτό και το γεγονός ότι ένα τμήμα τους έχει αναλωθεί στην καταβολή φόρων και στην κάλυψη τρεχουσών οικογενειακών ή εταιρικών αναγκών, τότε το χρονικό διάστημα επιμηκύνεται. Επειδή όμως οι καταθέσεις αποτελούν την στερεή βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα, είναι απαραίτητο να αναζητηθούν λύσεις προσέλκυσής τους.

Ερ. Οι τιμές των μετοχών εξαγωγικών εταιρειών φαίνεται να ακυρώνουν  το ρίσκο της εξόδου της χώρας από το ευρώ. Ακόμη και ξένα funds – όμως  είναι έτοιμα για επενδύσεις. Ποιά είναι η άποψη σας;

Στο σημείο των εξαγωγικών εταιριών δεν συμφωνώ απόλυτα, διότι πιστεύω ότι ο κίνδυνος της εξόδου από το ΕΥΡΩ δείχνει να απομακρύνεται για το σύνολο των εταιριών και όχι μόνον γι’ αυτές. Σίγουρα οι εξαγωγικές εταιρίες έχουν μια πρωτοκαθεδρία, όσον αφορά τις επιλογές των επενδυτών, αλλά αυτό οφείλεται περισσότερο στην ποιότητα των εσόδων τους και στις δυνατότητες ανάπτυξής τους. Οι λεγόμενες εξαγωγικές εταιρίες προσελκύουν το ενδιαφέρον των επενδυτών, διότι: α) οι πωλήσεις τους αφορούν ξένες αγορές, β) οι προοπτικές ανάπτυξής τους δεν είναι άμεσα συνδεδεμένες με την πορεία της Ελληνικής οικονομίας, γ) οι αγορές που στοχεύουν είναι πολλαπλάσιες της Ελληνικής και δ) η δυνατότητα αποτίμησής τους είναι ευκολότερη λόγω των παραπάνω λόγων.

Η εκταμίευση των δύο τελευταίων δόσεων από τους δανειστές μας, η προοπτική της ομαλής συνέχισης του προγράμματος δανεισμού και η εικόνα της κυβέρνησης προς το εξωτερικό, είναι οι κύριοι λόγοι αναστροφής τους κλίματος και της διάθεσης κάποιων ξένων επενδυτών να εξετάσουν συγκεκριμένες επενδυτικές επιλογές. Η διαδικασία αυτή σίγουρα ενισχύεται και από το γεγονός ότι συγκεκριμένοι ξένοι επενδυτές έχουν καταγράψει σημαντικά κέρδη από τις τοποθετήσεις τους σε Ελληνική ομόλογα το 2012 και είναι φυσικό να έλκονται από μία αγορά η οποία απέδωσε. Επίσης η Ελλάδα βρίσκεται σε περίοδο ύφεσης για πάνω από πέντε (5) χρόνια, με αποτέλεσμα την συμπίεση του κόστους και την προσδοκία ανάκαμψης. Όπως γνωρίζουμε άλλωστε και σε αγορές που βρέθηκαν σε παρεμφερή κατάσταση, πρώτα επένδυσαν οι «έξυπνοι επενδυτές» (smart money) και μετά οι «παραδοσιακοί».