Του Γιώργου Παπαγεωργίου
Τρία μεγάλα στοιχήματα παίζονται για την Ελλάδα το 2014. Η ελάφρυνση του χρέους, η έκδοση νέων ομολόγων, αλλά και το κατά πόσον θα προχωρήσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποφάσεις για μέτρα ενίσχυσης της πραγματικής οικονομίας είναι τα μεγάλα ζητήματα που αλληλοσυνδέονται και βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων της κυβέρνησης με τους εταίρους.
Η επιμήκυνση του χρέους στα 50 χρόνια φέρεται ως ειλημμένη απόφαση, σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες, αλλά το ζήτημα δεν πρόκειται να κλείσει πριν από τις ευρωεκλογές για πολιτικούς κυρίως λόγους.
Στο θέμα των αναπτυξιακών μέτρων, οι προτάσεις για «σχέδια Μάρσαλ» έχουν πλέον ξεχαστεί, ακόμα και από τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες που χρησιμοποίησαν τον όρο στην προεκλογική τους εκστρατεία. Οι ελπίδες πλέον εναποτίθενται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία πολλές φορές μέχρι τώρα έχει σώσει την παρτίδα στην ευρωζώνη.
Παρά τις εκτεταμένες παρεμβάσεις με χορήγηση ρευστότητας, η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι τα χρήματα δεν φτάνουν στις επιχειρήσεις, κυρίως τις μικρές και τις μεσαίες, στις χώρες που το χρειάζονται περισσότερο. Το χάσμα στη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο δεν μειώνεται, παρόλο που τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων συγκλίνουν. Οι επιχειρήσεις στις χώρες του Νότου βρίσκουν λιγότερο χρήμα αλλά και ακριβότερο, με τη διαφορά ότι το κόστος χρήματος από τον Βορρά δεν πέφτει κάτω από τις 4 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο.
Ετσι, επανέρχονται στο προσκήνιο σχέδια που είχαν συζητηθεί στο παρελθόν στο εσωτερικό της ΕΚΤ για αποδοχή ως ενέχυρο τιτλοποιημένων δανείων προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ώστε να αποκτήσουν οι τράπεζες ένα εργαλείο ρευστότητας αλλά και κίνητρο για χορήγηση παραγωγικών δανείων.
Ο προβληματισμός της ΕΚΤ αφορά κυρίως την Ισπανία και την Ιταλία, αλλά οποιαδήποτε μέτρα στην κατεύθυνση αυτή θα έχουν θετικό αντίκτυπο οπωσδήποτε και στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο που οτιδήποτε ενισχύει την ανάπτυξη βελτιώνει και τη δυναμική του χρέους, καθώς όσο μεγεθύνεται η οικονομία τόσο υποχωρεί ο βασικός δείκτης βιωσιμότητας, που υπολογίζεται ως ποσοστό του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ.
Επιμήκυνση δανείων στα 50 χρόνια
Σε ό,τι αφορά το χρέος η επιμήκυνση των δανείων στα 50 χρόνια φαίνεται ότι είναι ειλημμένη απόφαση τόσο στο Βερολίνο όσο και στις Βρυξέλλες. Αξιόπιστες πηγές ανέφεραν μάλιστα ότι κορυφαία στελέχη της Bundesbank το ανέφεραν ως δεδομένο σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες που είχαν πρόσφατα στο περιθώριο διεθνούς συνεδρίου.
Αυτό που δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί είναι το πότε θα γίνει και με ποιον ακριβώς τρόπο. Το δεδομένο είναι ότι -εκτός εξαιρετικού απροόπτου- τον Απρίλιο του 2014 το Eurogroup θα αναγνωρίσει την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος και θα καλυφθεί έτσι η προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους που είχε τεθεί τον Νοέμβριο του 2012.
Η υλοποίηση της ελάφρυνσης θα πάρει χρόνο και οπωσδήποτε θα συζητηθεί μετά τις ευρωεκλογές για δύο -κυρίως πολιτικούς- λόγους: αφενός οι μεγάλες χώρες δεν θέλουν να ανοίξουν τη συζήτηση περί νέων παραχωρήσεων προς την Ελλάδα σε προεκλογική περίοδο και αφετέρου δεν επιθυμούν να δεσμευτούν απέναντι στην Ελλάδα μέχρι να ξεκαθαρίσει, κατά το δυνατόν, το πολιτικό πεδίο στη χώρα μας με τις ευρωεκλογές. Προφανής στόχος, να έχουν οι εταίροι ένα ισχυρό χαρτί σε περίπτωση που η ελληνική πλευρά θελήσει να χαλαρώσει την τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει.
Γι’ αυτό άλλωστε κατά καιρούς Γερμανοί αξιωματούχοι αναφέρονται σε «νέα βοήθεια προς την Ελλάδα», η οποία θα περιλαμβάνει και νέες δεσμεύσεις.
Αυτό το ενδεχόμενο, βέβαια, το απορρίπτει κατηγορηματικά η ελληνική πλευρά, η οποία εκτιμά ότι όλα τα προβλήματα λύνονται με την επιμήκυνση των δανείων, αφού σε μια τέτοια περίπτωση οι ετήσιες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους θα υποχωρήσουν σε ποσοστό 2%-3% του ΑΕΠ, που είναι από τα χαμηλότερα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, μια νέα χρηματοδότηση μπορεί να εξασφάλιζε τα αναγκαία ποσά για την αποπληρωμή των τόκων το διάστημα 2015-2016, αλλά δεν θα μείωνε το χρέος – αντιθέτως, θα το αύξανε.
Πάντως, όπως λένε καλά πληροφορημένες πηγές, υπάρχουν ορισμένες χώρες (όχι η Γερμανία) που σε κάθε ευκαιρία δείχνουν τη διστακτικότητά τους και επικαλούνται δυσκολίες στην εφαρμογή της απόφασης του 2012 για ελάφρυνση του χρέους, οπότε το όλο ζήτημα θα είναι μια περίπλοκη άσκηση που θα κριθεί στις λεπτομέρειες.
Στα σενάρια που κατά καιρούς εξετάζονται περιλαμβάνεται και το ενδεχόμενο σταδιακής ελάφρυνσης, ξεκινώντας από τα διακυβερνητικά δάνεια που χορηγήθηκαν στη χώρα το 2010 (φτάνουν συνολικά τα 53 δισ. ευρώ) με επιμήκυνση και μείωση επιτοκίων, για να φτάσουμε σε δεύτερη φάση σε διευθέτηση των δανείων που έχει πάρει η χώρα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (τον EFSF ο οποίος έχει ήδη μετεξελιχθεί σε ESM) τα οποία ανέρχονται σε 133 δισ. ευρώ και η αντιμετώπισή τους είναι πιο περίπλοκη, καθώς κάθε αλλαγή επηρεάζει τον ισολογισμό και το κόστος χρήματος του ταμείου.
Νέα ομόλογα
Η έκδοση νέων ομολόγων μέσα στο 2014 είναι ο βασικός στόχος της κυβέρνησης, τον οποίο άλλωστε ανακοίνωσε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Από τη στιγμή που θα κλείσει η νέα ελάφρυνση του χρέους, αναμένεται περαιτέρω αποκλιμάκωση των επιτοκίων, οπότε θα καταστεί εφικτή η έκδοση νέων ομολόγων, δοκιμαστικά στην αρχή και για διάρκεια που δεν θα ξεπερνά τα 5 χρόνια.
Στα σενάρια που ήδη έχουν εξεταστεί περιλαμβάνονται ο συνδυασμός με ένα πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων που είναι σε διαπραγμάτευση στη δευτερογενή αγορά (τα ομόλογα που εκδόθηκαν μετά το PSI) και η έκδοση νέων με στόχο να κατανεμηθούν με καλύτερο τρόπο οι λήξεις, οι οποίες τώρα είναι φορτωμένες στην επόμενη διετία.
Κάτι τέτοιο θα είχε μικρή ωφέλεια στη μείωση του χρέους, αφού οι τιμές των ομολόγων έχουν ήδη ανακάμψει σημαντικά από τα χαμηλά του παρελθόντος (και θα ανεβαίνουν εφόσον επιβεβαιώνεται η προοπτική νέας μείωσης του χρέους), αλλά προτείνεται από ορισμένους τεχνοκράτες για να βελτιωθεί η καμπύλη των επιτοκίων και να γίνουν ελκυστικότερα τα ελληνικά ομόλογα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.