Η απάντηση του υπουργού Οικονομικών στην έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την τρόικα αποτελεί την πρώτη επίσημη καταγραφή από ελληνικής πλευράς του λεγόμενου “λάθους” που διέπραξαν οι δανειστές στις πολιτικές που επέβαλαν στην Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη απάντηση, βέβαια, δεν θίγει αρκετά ζητήματα ουσίας, ενώ εξωραΐζει τη σχέση της κυβέρνησης με την τρόικα, χαρακτηρίζοντας την “αποτελεσματική” και κάνοντας λόγο μόνο για “επιμέρους διαφωνίες” και “διαφορετικές προσεγγίσεις”, τη στιγμή που σε κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους αρκετά από τα στελέχη που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις στιγματίζουν τη στάση που έχουν κατά καιρούς επιδείξει οι εκπρόσωποι των δανειστών.
Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης αναφέρεται στις λανθασμένες εκτιμήσεις που έκαναν οι δανειστές για το χρόνο εξόδου από την κρίση (προέβλεπαν επιστροφή στην ανάπτυξη από το 2012), αλλά και τις καταστρεπτικές συνέπειες που είχε η ύφεση στην ελληνική οικονομία, η οποία, πέραν όλων των άλλων, υπονόμευσε και κάθε απόπειρα μεταρρυθμίσεων.
Ακόμα, δηλαδή και κάποια «σωστά» μέτρα που κατά καιρούς έχουν προβλεφθεί στα διαδοχικά μνημόνια, δεν μπορούν να αποδώσουν διότι προωθούνται εν μέσω της γενικευμένης καταστροφής την οποία προκαλεί η ύφεση.
Ας σημειωθεί, μάλιστα, ότι στη δική της απάντηση η Τράπεζα της Ελλάδος δεν κάνει αναφορά σε οποιοδήποτε «λάθος» ή παρενέργεια του προγράμματος.
Είναι επίσης ενδιαφέρουσα η παραδοχή του υπουργού Οικονομικών ότι ο αντίκτυπος των μέτρων στις διάφορες κοινωνικές ομάδες δεν ήταν ομοιόμορφος ούτε εξίσου επώδυνος.
Το κόστος της προσαρμογής δυστυχώς κατανέμεται ανισομερώς και η δικαιοσύνη δεν αποκαθίσταται με τα «στοχευμένα» μέτρα τα οποία απαριθμεί ο υπουργός στην απάντησή του.
Παρά τις ελλείψεις και τους περιορισμούς, η απάντηση του υπουργού Οικονομικών θα μπορούσε να είναι ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση. Για να συμβεί, όμως, αυτό θα πρέπει να ακολουθήσει το επόμενο βήμα, που δεν μπορεί να είναι άλλο από την αμφισβήτηση της πορείας την οποία συνεχίζει να ακολουθεί η χώρα και τη διεκδίκηση της αποκατάστασης του «λάθους».
Διότι δεν αρκεί να καταγράφονται τα λάθη.
Πρέπει και να διορθώνονται.
Και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ουσιαστική προσαρμογή στην πολιτική η οποία εφαρμόζεται και μας έχει φέρει μέχρι εδώ.
Συνεχίζεται η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, παρότι αποδεικνύεται εκτός από επώδυνη και ανεπιτυχής, δεδομένου ότι στην Ελλάδα οι εξαγωγές δεν ανακάμπτουν σε βαθμό τέτοιο που να μπορούν να «σηκώσουν» την ανάκαμψη. Και ουδείς συζητά για μέτρα τόνωσης της ζήτησης, παρότι όλο και περισσότεροι οικονομολόγοι και αναλυτές το ζητούν.
Επιπλέον, η τρόικα, δηλαδή οι δανειστές και κυρίως οι εταίροι θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να «αποζημιώσουν» την Ελλάδα για τις ζημίες που προκάλεσαν στη χώρα με τις εσφαλμένες εκτιμήσεις και τις πολιτικές που επέβαλαν.
Και κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να είναι ένα πρόγραμμα επενδύσεων, με ευρωπαϊκά κονδύλια, το οποίο θα ενισχύσει την ελληνική οικονομία και θα της επιτρέψει να σταθεί ξανά στα πόδια της αποκαθιστώντας ένα μέρος της ζημιάς που επέφερε η μεγάλη ύφεση.
Η διεκδίκηση ενός ευρωπαϊκού επενδυτικού προγράμματος ως αποκατάσταση για το «λάθος» ευνοείται από το κλίμα που διαμορφώνεται τώρα, με την έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλά και ενόψει των ευρωεκλογών.
Έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο, όμως, δεν θα μείνει ανοιχτό για πάντα.
Πιθανόν, ο υπουργός Οικονομικών να υιοθετεί μια ήπια στάση στην απάντησή του τηρώντας μια διπλωματική στάση για να μη βαρύνει το κλίμα ενόψει των διαπραγματεύσεων για την ελάφρυνση του χρέους στο επόμενο διάστημα.
Όμως μέχρι σήμερα η στάση των εταίρων έχει δείξει ότι δεν αλλάζουν ούτε βάζουν νερό στο κρασί τους όταν εμείς επιδεικνύουμε συγκαταβατική στάση. Το αντίθετο μάλιστα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.