Toυ Κώστα Μελά
Το σχέδιο μετακύλισης μέρους του δημοσίου χρέους σε χρονική περίοδο 50 ετών και η μείωση του κόστους επιβάρυνσης που έφερε στη δημοσιότητα το Bloomberg προκάλεσαν πλήθος αντιδράσεων στην ελληνική κοινή γνώμη.
Aναλύοντας κανείς τη φύση των ομολόγων και των δανείων που λήγουν μέχρι το 2020, δηλαδή την προσεχή 6ετία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για να υπάρξει ουσιαστικό όφελος θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι κεντρικές εθνικές τράπεζες να μετακυλήσουν τις λήξεις ύψους 45 δισ. πέραν του 2022, ώστε να υπάρξει ουσιαστικό αντίκρισμα για την ελάφρυνση της ελληνικής οικονομίας. Μέγα ζήτημα αποτελεί και το τι θα γίνει με τα δάνεια του ΔΝΤ, που ανέρχονται σε 28,6 δισ ευρώ. Αρα, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματευτεί με τον Μάριο Ντράγκι και την Κριστίν Λαγκάρντ για την επιμήκυνση αυτών των δανείων.
Σε αντίθετη περίπτωση, η ελληνική οικονομία θα παραμείνει υπερεπιβαρημένη για την ερχόμενη 6ετία, της οποίας ζητούμενο είναι μια ισχυρή ανάκαμψη.
Το χρηματοπιστωτικό κόστος του δημοσίου χρέους για το 2013 ανέρχεται στα 6,4 δισ. ευρώ από 12,764 δισ. ευρώ το 2012. Η μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του ελληνικού χρέους ανέρχεται σε 16,17 έτη μετά τη χρονική επέκταση της ωρίμανσης των διμερών δανείων και των δανείων του ΕΤΧΣ κατά 15 έτη.
Ανακύπτει το ερώτημα επομένως με βάση όσα παραθέσαμε σε τι θα συνίσταται μια αναδιάρθρωση του χρέους όπως αυτή που αναμένεται να αποφασιστεί τον Μάιο του 2014, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup στις 27/11/2012, ώστε να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες στην ελληνική οικονομία, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική της Ε.Ε. και της ΕΚΤ, δεν προβλέπεται απομείωσή του μέσω «κουρέματος».
Αυτό που μπορεί να γίνει, σύμφωνα πάντα με τη λογική αυτή, είναι:
■ Περαιτέρω μείωση του περιθωρίου για τα διακρατικά δάνεια. Το ανώτερο ύψος της μείωσης είναι να μηδενιστεί το περιθώριο. Υπολογιζόμενο ετήσιο όφελος περίπου 260 εκατ. ευρώ.
■ Η δαπάνη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με τη μορφή ομολόγων που κατέχουν οι ιδιώτες. Αυτό θα συνεπάγεται νέα απομείωση των ομολόγων των ιδιωτών (φυσικά πρόσωπα, θεσμικοί φορείς, επενδυτικά ταμεία), τα οποία έχουν ήδη απομειωθεί με το PSI. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί εκ νέου να αποφασιστεί. Η δαπάνη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους με τη μορφή δανείων από το ΔΝΤ επίσης δεν μπορεί να μεταβληθεί εκτός απίθανων αλλαγών στην πολιτική του Ταμείου.
■ Η χρονική επιμήκυνση των ομολόγων που διακρατούνται από την ΕΚΤ (ανταλλαγή με ομόλογα μεγαλύτερης ωρίμανσης) φαίνεται ότι αποκλείεται διότι θα αποτελούσε δημοσιονομική διευκόλυνση προς χώρα-μέλος. Στο ίδιο επίπεδο θα πρέπει να συμπεριληφθούν και τα ομόλογα των θεσμικών εκείνων φορέων που δεν δέχτηκαν να εισέλθουν στη διαδικασία PSI.
■ Συνολικά το ύψος των ομολόγων-δανείων που λήγουν την περίοδο 2014-2020 ανέρχονται σε 72,4 δισ. ευρώ (τα οποία βεβαίως πρέπει να αποπληρωθούν). Εξ αυτών μόνο τα δάνεια του πρώτου πακέτου από τα κράτη-μέλη θα μπορούσαν να επιμηκυνθούν.
■ H περαιτέρω επιμήκυνση των διακρατικών δανείων και των δανείων του EFSE θα ήταν καλοδεχούμενη αλλά χωρίς θετικό αντίκρισμα στην παρούσα φάση ανάκαμψης της οικονομίας. Θα είχε θετικές συνέπειες μετά το 2022. Ολα τα παραπάνω δείχνουν ότι τα περιθώρια σημαντικής ελάφρυνσης του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι σχετικά περιορισμένα αν αυτή περιοριστεί στην απλή χρονική επιμήκυνση ή στη μείωση των επιτοκίων. Μόνο αν πειστεί η ΕΚΤ και οι υπόλοιπες εθνικές Κ.Τ. να μετακυλήσουν τα ομόλογα μετά το 2022 θα ήταν κάτι το θετικό για την παρούσα φάση, δεδομένου ότι όλα τα ελληνικά ομόλογα που κατέχουν λήγουν μέχρι και το 2020, δηλαδή την περίοδο που η χώρα χρειάζεται βαθιά ανάσα για να μπορέσει να προχωρήσει στην επανεκκίνηση της οικονομίας της.
Η διάρθρωση του ελληνικού χρέους
■ Το ύψος της πρώτης δανειακής σύμβασης με τις χώρες της ζώνης του ευρώ (ZτΕ) (Μάιος 2010) έφθασε τα 80 δισ. ευρώ υπό τη μορφή διακρατικών δανείων, με αναλογική συμμετοχή των 16 κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ. Από αυτά εκταμιεύθηκαν τα 52, 9 δισ. ευρώ.
Καθένα από τα δάνεια της εν λόγω δανειακής σύμβασης έχει περίοδο χάριτος 4,5 ετών ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου και συνολική διάρκεια αποπληρωμής 10 έτη. Παραδείγματος χάριν, η πρώτη δόση που εκταμιεύτηκε τον Μάιο του 2010 είχε περίοδο χάριτος ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου μέχρι τον Νοέμβριο του 2014, ενώ η αποπληρωμή του κεφαλαίου προβλέπεται να γίνει τμηματικά μέχρι τον Απρίλιο του 2020.
■ Το ΔΝΤ συνεισέφερε με 30 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας έτσι το ύψος του πρώτου δανειακού πακέτου στα 110 δισ. ευρώ. Από αυτά εκταμιεύτηκαν τα 20 δισ. ευρώ. Παράλληλα, τον Μάρτιο του 2012 το ΔΝΤ συνεισέφερε ακόμη άλλα 28 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας, συμψηφίζοντας τα μη εκταμιευθέντα έως τότε ποσά από το αρχικό δάνειο των 30 δισ. ευρώ (~10 δισ.). Δηλαδή η συνολική χρηματοδότηση του ΔΝΤ προς την Ελλάδα μπορεί να φτάσει τα 48 δισ. ευρώ. Από αυτά έχουν εκταμιευτεί μέχρι σήμερα 28,63 δισ. ευρώ. Το πρώτο χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΔΝΤ έχει περίοδο χάριτος περίπου 3 1/2 έτη ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου και συνολική διάρκεια αποπληρωμής 5 έτη (3 1/4 + 2 έτη). Το δεύτερο χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΔΝΤ έχει περίοδο χάριτος περίπου 4½ έτη ως προς την αποπληρωμή του κεφαλαίου και συνολική διάρκεια αποπληρωμής 10 έτη (4½ + 5½ έτη). Από το EFSF, σύμφωνα με τις υπογραφείσες δανειακές συμβάσεις (Μάρτιος 2012), η Ελλάδα θα δανειστεί συνολικά 143,8 δισ. ευρώ. Μέχρι σήμερα έχουν εκταμιευτεί 133,6 δισ. ευρώ και απομένουν 10,2 δισ. ευρώ. Τα ποσά που εκταμιεύτηκαν στην Ελλάδα βάσει των παραπάνω συμβάσεων έχουν περίοδο χάριτος από 15 έως και 30 έτη για την αποπληρωμή του κεφαλαίου.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.