Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google
Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας ξεπερνούν και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις και οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών δεν φθάνουν τα 20 δισ ούτε με τα πιο δυσμενή σενάρια, σημειώνει μεταξύ άλλων στο εβδομαδιαίο δελτίο της η Δ/νση Οικονομικών Μελετών υπό τον κ. Μιχάλη Μασουράκη. Όπως σημειώνει η Η ανάκαμψη και επάνοδος της οικονομίας σε πορεία υγιούς ανάπτυξης και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν τους κύριους μηχανισμούς εξόδου της χώρας από την κρίση και, ακόμη και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που έφερε η κρίση. Ως προς αυτό τονίζει ότι η συμφωνία για τη μείωση του ενεργειακού κόστους με την Gazprom αλλά και για τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών αποτελούν σημαντικές. 
 
Αναλυτικά η ανάλυση: 
 
Οι επιδόσεις της Ελληνικής οικονομίας το 2013 αποδεικνύονται πολύ ευνοϊκότερες ακόμη και από τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις (δηλαδή του Δελτίου αυτού!). Οι επιδόσεις αυτές περιλαμβάνουν το εντυπωσιακό πρωτογενές πλεόνασμα στη γενική κυβέρνηση άνω του 1,1% του ΑΕΠ που επιτεύχθηκε από το 2013, και το εξίσου εντυπωσιακό πλεόνασμα στο Ισοζύγιο τρεχουσών Συναλλαγών ύψους 1,25% του ΑΕΠ, επίσης 1-2 έτη νωρίτερα από τις προβλέψεις της Τρόικα, την ουσιαστική ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας κατά 22% σε σχέση με το 2009, την επιβράδυνση της πτωτικής πορείας του ΑΕΠ στο -2,6% στο 4ο 3μηνο.2013 και δημιουργία των προοπτικών για θετική αύξηση του ΑΕΠ από το 1ο 3μηνο 2014, την σημαντική καθαρή εισροή επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα ύψους άνω των € 4,5 δις ήδη από το 2013, την μεγάλη αύξηση της καθαρής μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κατά 133 χιλ. άτομα το 2013, με μεγάλη αύξηση των προσλήψεων, κ.ά.
 
Οι ανωτέρω εξαιρετικά ευνοϊκές εξελίξεις επιβεβαιώνονται τώρα και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) στις Χειμερινές Προβλέψεις που δημοσιεύτηκαν την 25η Φεβρουαρίου 2014. Σύμφωνα με τα νέα αυτά στοιχεία:
 
α) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει τελικά το σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα στη γενική κυβέρνηση της τάξης του 1,1% του ΑΕΠ που πέτυχε η Ελλάδα το 2013, έναντι πρωτογενούς ελλείμματος -0,3% του ΑΕΠ που εκτιμούσε τον Νοέμ. 2013. Στο πρωτογενές αυτό πλεόνασμα δεν συμπεριλαμβάνονται (Πίνακας 1): (1) η επιβάρυνση για την αναπλήρωση των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών μετά το PSI plus (11,0% του ΑΕΠ) και (2) οι εισπράξεις της χώρας από την επιστροφή των κερδών των κεντρικών τραπεζών της ΖτΕ από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους (1,1% του ΑΕΠ), έτσι ώστε οι εκτιμήσεις να είναι συγκρίσιμες με τους στόχους που είχαν τεθεί και που αντανακλούν την δημοσιονομική προσαρμογή σε μόνιμη βάση χωρίς την επίδραση εφάπαξ παραγόντων. Ειδικότερα, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΕ τον Φεβρουάριο 2014, τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης ανήλθαν στο 45,7% του ΑΕΠ το 2013 και εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στο 45,8% του ΑΕΠ το 2014, ενώ η ΕΕ τα εκτιμούσε τον Νοέμβριο 2013 στο 44,6% του ΑΕΠ το 2013 και στο 45,1% του ΑΕΠ το 2014. Η εξέλιξη αυτή δείχνει το πόσο καλύτερα εκτελέστηκε τελικά ο Π2013 από τις εκτιμήσεις της Τρόικα ακόμη και τον Νοέμβριο 2013. Ανάλογα καλύτερη ήταν η εκτέλεση του Π2013 και από την πλευρά των πρωτογενών δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού.  
 
β) Η πτώση του ΑΕΠ της Ελλάδος περιορίστηκε σημαντικά στο -3,7% το 2013 και αναμένεται ανάκαμψη με αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,6% το 2014 και κατά 2,9% το 2015. Επίσης, το ποσοστό ανεργίας (σύμφωνα με τον ορισμό της Eurostat) εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στο 27,3% το 2013 (με πτώση της απασχόλησης κατά -3,7%) και αναμένεται να μειωθεί στο 26,0% το 2014 (με αύξηση της απασχόλησης κατά 0,6%) και στο 24,0% το 2015 (με αύξηση της απασχόλησης κατά 2,6%).
 
 
γ) Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC) για την οικονομία ως σύνολο σημείωσε νέα μείωση κατά -7,8% to 2013, μετά την πτώση του κατά -6,2% το 2012 και κατά -1,8% το 2011. Αυτό συνεπάγεται βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας κατά 7,2% το 2013, μετά τη βελτίωσή της κατά 9,8% το 2012, κατά 1,4% το 2011 και κατά 2,5% το 2010.
 
Στα ανωτέρω θα πρέπει να προστεθεί και η πολύ καλύτερη του αναμενομένου υλοποίηση του προϋπολογισμού της κεντρικής κυβέρνησης (ΚΚ) τον Ιαν. 2014, όπου καταγράφηκε ήδη πρωτογενές πλεόνασμα στην ΚΚ ύψους € 835 εκατ., έναντι αντίστοιχου πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους € 1,96 δις που προϋπολογίζεται για το σύνολο του έτους. Μάλιστα, το μεγάλο πλεόνασμα τον Ιαν.2014 επιτεύχθηκε παρά το ότι κατά τον μήνα αυτό: α) οι επιστροφές φόρων ήταν μεγαλύτερες κατά € 252 εκατ. (ενώ για το έτος 2014 ως σύνολο έχουν προϋπολογιστεί να είναι μειωμένες κατά € 316 εκατ. από το 2013), β) οι καταπτώσεις εγγυήσεων ήταν στα € 356 εκατ. τον Ιαν.2014 (ενώ για το 2014 ως σύνολο εκτιμώνται στα € 699 εκατ.) και γ) οι δαπάνες του ΠΔΕ ήταν αυξημένες κατά € 241 εκατ. ενώ για το 2014 ως σύνολο αναμένεται να είναι αυξημένες μόνο κατά € 150 εκατ. Επομένως, το διορθωμένο ως προς τις ανωτέρω αποκλίσεις πρωτογενές πλεόνασμα της ΚΚ ήταν πολύ μεγαλύτερο τον Ιαν.2014 και αυτή η εξέλιξη σηματοδοτεί την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2014 που ενδεχομένως θα είναι μεγαλύτερο από το προϋπολογισθέν. Σημειώνεται και εδώ ότι στο πρωτογενές αυτό πλεόνασμα δεν συμπεριλαμβάνονται οι  προγραμματιζόμενες επιστροφές των κερδών των Κεντρικών Τραπεζών της ΖτΕ από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους, ύψους € 2,64 δις το 2014.
 
Και, βέβαια, οι ανωτέρω εντυπωσιακές εξελίξεις επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις των διεθνών επενδυτών οι οποίοι από τις αρχές του 2013 έχουν προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις σε ελληνικά κρατικά ομόλογα και σε μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα την σημαντική αύξηση των τιμών των μετοχών και τη μεγάλη μείωση των αποδόσεων (αύξηση των τιμών) και των spread των κρατικών ομολόγων, όπως φαίνεται στο διάγραμμα.   
 
 
Οι αγορές φαίνεται να έχουν ήδη προεξοφλήσει την καλή πορεία της ελληνικής οικονομίας και δεν επηρεάζονται από δημοσιεύματα ότι οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών μετά την διαγνωστική μελέτη της Blackrock ανέρχονται σε € 20 δισ. και όχι σε € 5 δισ., όπως ανακοινώθηκε κατ΄ ιδίαν στις ελληνικές συστημικές τράπεζες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά τις κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών έχει ήδη δημοσιευτεί ότι μετά την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίησή τους με τη συμβολή και του ιδιωτικού τομέα, τα πρόσθετα κεφάλαια που απαιτούνταν με βάση τη μελέτη της Black Rock δεν υπερέβαιναν τα € 5,0 δις, εκ των οποίων τα € 2,5 δις για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών της Eurobank. Σύμφωνα δε με εκτιμήσεις της αγοράς, η τελευταία τράπεζα θα μπορούσε να είχε ήδη αντλήσει το σύνολο αυτού του ποσού από την αγορά αν η όλη διαδικασία δεν είχε μπλοκαριστεί από διάφορες αλλοπρόσαλλες παρεμβάσεις και καθυστερήσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών δεν θα έφταναν τα € 20 δις, ακόμη και κάτω από τα πιο δραματικά σενάρια καταποντισμού της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Σενάρια, που διακινούνταν συνήθως από τους ίδιους παράγοντες που σήμερα διατείνονται ότι υπάρχουν οι πρόσθετες ανάγκες γι’ αυτά τα € 20 δις. Σενάρια, που έχουν ήδη καταρριφθεί παταγωδώς, όπως προαναφέρθηκε. Όχι μόνο όσον αφορά την ανάκαμψη και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2013 και στα επόμενα χρόνια, αλλά και σε σχέση με την ταχύτητα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της προσέλκυσης επιχειρηματικών κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία.
 
Η ανάκαμψη και επάνοδος της οικονομίας σε πορεία υγιούς ανάπτυξης και η αύξηση της απασχόλησης αποτελούν τους κύριους μηχανισμούς εξόδου της χώρας από την κρίση και, ακόμη και της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που έφερε η κρίση. Στα πλαίσια αυτά πολύ μεγάλης σημασίας για τη χώρα αποτελούν οι δύο σημαντικές αποφάσεις – συμφωνίες που ολοκληρώθηκαν  και ανακοινώθηκαν την 25η Φεβρουαρίου 2014 που αφορούν αφενός τη μείωση του κόστους της ενέργειας και αφετέρου τη μείωση του μη-μισθολογικού κόστους εργασίας για τις εγχώριες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν κατ’ εξοχήν αναπτυξιακά μέτρα μεγάλης εμβέλειας και αναμένεται να συμβάλουν αφενός στον περιορισμό του κόστους της ύφεσης και αφετέρου στην ενίσχυση των κινήτρων για αύξηση της απασχόλησης και των επενδύσεων στην εγχώρια οικονομία. Τα μέτρα αυτά ακολουθούν (αλλά είναι πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας) την μείωση του συντελεστή του ΦΠΑ στην εστίαση και, επίσης, τη μείωση του φόρου επί των συναλλαγών ακινήτων, καθώς και την αναζωπύρωση των επενδύσεων που εξαρτώνται από το κράτος από το 2014. Συνολικά, αναμένεται να συμβάλλουν στην αναζωπύρωση της οικονομικής δραστηριότητας  και στην επίτευξη θετικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας και σημαντικής αύξησης της απασχόλησης ήδη από το 2014. 
 
Ειδικότερα:
 
Φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία με την Τρόικα για τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 2,9 π.μ. και των εισφορών των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία κατά 1,0 π.μ. από τον Ιούλιο 2014. Συνολικά, η απόφαση αυτή συνεπάγεται νέα, επιπλέον, μείωση κατά 3,9 π.μ. του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος από το 2ο 6μηνο του 2014 και αντίστοιχη σημαντική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η δυνατότητα υλοποίησης αυτού του σημαντικού αναπτυξιακού μέτρου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καλύτερη του αναμενομένου υλοποίηση του Π2013, ιδιαίτερα από την πλευρά των εσόδων της γενικής κυβέρνησης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με τη σημαντική βελτίωση της είσπραξης των εσόδων από εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία στο 2ο 6μηνο.2013. Οι απώλειες εσόδων από τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και στον ΟΑΕΔ αναμένεται να καλυφθούν σε μεγάλο βαθμό από την θετική επίπτωση του μέτρου στην ανάπτυξη και στην περαιτέρω ενίσχυση της εγγεγραμμένης (νόμιμης) απασχόλησης και της εισπραξιμότητας των εισφορών.
 
Το δεύτερο σημαντικό μέτρο που ανακοινώθηκε ήταν η συμφωνία της ΔΕΠΑ με τη Ρωσική εταιρία (Gazprom) για μείωση, αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 2013, της τιμής εισαγωγής του φυσικού αερίου στην Ελλάδα κατά 15%, στα $ 395 ανά 1.000 m3, από $ 460/1000 m3 που ήταν έως τότε. Σύμφωνα με το Υπ. Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής η νέα τιμή προσεγγίζει τον μέσο όρο της τιμής προμήθειας του φυσικού αερίου στην ηπειρωτική Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι χαμηλότερη από πολλές γειτονικές χώρες όσον αφορά τα μακροχρόνια συμβόλαια. Τόσο τα νοικοκυριά, όσο και οι επιχειρήσεις αναμένεται να ωφεληθούν από αυτή την εξέλιξη, ενώ η χαμηλότερη τιμή μπορεί να συμβάλλει και στην ταχύτερη επέκταση της χρήσης του φυσικού αερίου στην οικονομία.
 
Όσον αφορά τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, η πτώση της τιμής προμήθειας του φυσικού αερίου συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στον περιορισμό του κόστους της ενέργειας, τόσο με την απευθείας έκπτωση (περίπου 12%) που θα παραχωρηθεί από τη ΔΕΠΑ ή από τις Εταιρείες Παροχής Αερίου (ΕΠΑ), όσο και με την μείωση του κόστους παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας. Η μείωση του κόστους της ενέργειας για τη βιομηχανία, για ορισμένους σημαντικούς κλάδους οι οποίοι έχουν υποστεί δυσανάλογα τις συνέπειες της υπέρμετρα μεγάλης μείωσης της εγχώριας ζήτησης και της απότομης αύξησης του εγχώριου κόστους της ενέργειας (για διάφορους λόγους), αποτελεί παράγοντα επιβίωσης της παραγωγικής και εξαγωγικής τους δραστηριότητάς. Η Κυβέρνηση έχει υποβάλει σχετικό σχέδιο μείωσης του κόστους της ενέργειας στην βιομηχανία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Τρόικα για έγκριση, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι συμβατά με το δίκαιο του ανταγωνισμού που ισχύει και εφαρμόζεται στις χώρες της ΕΕ-28 και ότι δεν συνεπάγονται καμιά επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό. 
Πέραν, όμως, των διαρθρωτικών αυτών παρεμβάσεων το πρόβλημα είναι βαθύτερο και σχετίζεται με το αυξημένο κόστος παραγωγής Η/Ε λόγω των επιλογών για την στήριξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Το πρόβλημα με τις ΑΠΕ είναι ότι απαιτούν τεράστιες επιδοτήσεις στους παραγωγούς Η/Ε και παράλληλη χρήση μονάδων παραγωγής Η/Ε με ακριβό φυσικό αέριο, καθότι η παραγωγή Η/Ε από ΑΠΕ υπόκειται σε σημαντικές διακυμάνσεις. Δυστυχώς στη χώρα μας, λόγω επενδυτικής αβελτηρίας στο παρελθόν σε πιο καθαρές μονάδες παραγωγής Η/Ε (πχ με εισαγόμενο αλλά φθηνό λιθάνθρακα), η Η/Ε παράγεται κυρίως από εγχωρίως παραγόμενο λιγνίτη (48%), από εισαγόμενο πετρέλαιο (8%) και φυσικό αέριο (24%), από ΑΠΕ (14%) και από υδροηλεκτρικούς σταθμούς (6%), με το όφελος από τον φθηνό λιγνίτη να αντισταθμίζεται από τις επιδοτήσεις στις ΑΠΕ και το κόστος λόγω εκπομπής αέριων ρύπων, δεδομένης της Ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής. Βεβαίως, τα θεμέλια της πολιτικής αυτής έχουν αρχίσει να τρίζουν μετά την απόφαση της Γερμανίας να αντικαταστήσει την ατομική ενέργεια με άλλες πηγές ενέργειας (βασικά μέσω εισαγωγών λιθάνθρακα). Το μείγμα καυσίμου με το οποίο η χώρα μας παράγει Η/Ε, δεν είναι βιώσιμο καθώς οι τιμές Η/Ε που ισορροπεί το σύστημα είναι υπερβολικές για τους καταναλωτές και δημιουργούν ανταγωνιστικό μειονέκτημα για την βιομηχανία. Συνεπώς, η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από νέες επενδύσεις που παράγουν Η/Ε με μικρότερο κόστος.