Του Αλέξανδρου Κασιμάτη
«Ο άνθρωπος αυτός ξεκίνησε από την Ινδία με οκτώ δολάρια στην τσέπη και σήμερα είναι δισεκατομμυριούχος», είπε ο κ. Γιάννης Στουρνάρας συστήνοντας τον κ. Πρεμ Γουάτσα στους δημοσιογράφους, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στο υπουργείο Οικονομικών ο διάσημος επιχειρηματίας. Γνωστός στις αγορές ως «Καναδός Γουόρεν Μπάφετ», λόγω της προσήλωσής του στις αρχές του value investment, o κ. Γουάτσα εμφανίστηκε επενδυτικά στην Ελλάδα πριν από περίπου δύο χρόνια, όταν ο φόβος για τη χρεοκοπία της χώρας ήταν στα ύψη.
Οταν οι Ελληνες σήκωναν τα χρήματά τους από τις τράπεζες και τα έδιωχναν στο εξωτερικό, ο γεννημένος το 1950 Πρεμ Γουάτσα ερχόταν στην Αθήνα προς αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών. Από τα πρώτα ραντεβού που είχε στην Αθήνα το αφεντικό της Fairfax Financial ήταν με τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Είχε ήδη αγοράσει ένα μεγάλο ποσοστό στη Eurobank Properties -ένα deal που είχε κάνει τότε με τον τραπεζίτη Νίκο Καραμούζη- και ψαχνόταν για τα επόμενα βήματα. Στις συναντήσεις που είχε ο μεγαλοεπενδυτής στο Μαξίμου με τον κ. Σαμαρά έγινε φανερή από την πρώτη στιγμή η καλή χημεία που έχουν μεταξύ τους. Ο κ. Γουάτσα είναι ενθουσιασμένος με τον κ. Σαμαρά και δεν το κρύβει. Γι’ αυτό μιλώντας προχθές στα στελέχη της Eurobank είπε ότι «ένας από τους βασικούς λόγους που επενδύω στην Ελλάδα είναι ότι έχετε έναν υπέροχο πρωθυπουργό». Ο διάσημος επενδυτής διατηρεί στενές σχέσεις και με τον επιχειρηματία Ευάγγελο Μυτιληναίο. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στη διήμερη επίσκεψή του στην Αθήνα δείπνησε το βράδυ της Πέμπτης στο σπίτι του πρωθυπουργού με πολύ στενό κύκλο συνεργατών, ενώ το μεσημέρι της Παρασκευής γευμάτισε με τον κ. Μυτιληναίο.
Ο κ. Γουάτσα, κατά τη σύντομη παραμονή του στην Αθήνα, συναντήθηκε επίσης με τον υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, όπως και με τον διοικητή της ΤτΕ Γιώργο Προβόπουλο, στον οποίο -όπως δήλωσε- αναγνωρίζει τη συμβολή του στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Μιλώντας στα στελέχη της Eurobank, έστειλε το μήνυμα ότι είναι μακροπρόθεσμος επενδυτής, προέβλεψε ότι η Ελλάδα θα κάνει δυναμικό comeback και δήλωσε ενθουσιασμένος από τη βοήθεια που είχε από τον κ. Στουρνάρα και την κυρία Αναστασία Σακελλαρίου του ΤΧΣ. Οπως είπε ο κ. Στουρνάρας, ο κ. Γουάτσα «είναι από τους πρώτους διεθνείς επενδυτές που κατάφεραν να δουν τις ευκαιρίες. Μας επισκέφθηκε όταν όλα έδειχναν πολύ δύσκολα». Μέχρι τώρα ο κ. Γουάτσα έχει επενδύσει στη χώρα 660 εκατ. ευρώ και έχει αγοράσει το 8,77% της Eurobank, το 5% της Μυτιληναίος, πάνω από το 40% της Eurobank Properties και τo 100% της Praktiker. Ο διάσημος επενδυτής βλέπει ήδη τους καρπούς της επιχειρηματικής του τόλμης, καθώς οι υπεραξίες στις επενδύσεις του στην Ελλάδα είναι σήμερα περίπου 330 εκατ. ευρώ.
Ενα στοίχημα με κέρδη 1,75 δισ. δολάρια
Τι είναι αυτό που μεταμορφώνει έναν από τους εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που ασχολούνται συστηματικά με επενδύσεις σε γκουρού; Ποιο είναι το χαρακτηριστικό που τον κάνει να ξεχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους; Προφανώς αυτό αναρωτιούνται ακόμη όσοι βρέθηκαν τον Απρίλιο του 2007 σε έναν από τους ναούς του καπιταλισμού -το Ivey Business School του Πανεπιστημίου Western στο Οντάριο-, στο ακροατήριο της εκδήλωσης που γινόταν στο πανεπιστήμιο.
Απέναντί τους, στο βήμα του ομιλητή, στεκόταν ένας 57χρονος Ινδός με συνηθισμένο έως αδιάφορο παρουσιαστικό, που είχε τραβήξει την προσοχή τους. Ο Dow Jones δεν είχε πιάσει ακόμη τα υψηλά του, όλοι ήταν μέσα στην καλή χαρά και οι αναλυτές προέβλεπαν ότι θα σκαρφαλώσει στις 14.000 μονάδες, όπως και πράγματι συνέβη. Μέσα στο κλίμα της γενικότερης ευφορίας των χρηματιστηριακών κερδών, ο Ινδοκαναδός επιχειρηματίας αιφνιδίασε το ακροατήριό του λέγοντας: «Ερχεται μια καταιγίδα που συμβαίνει κάθε 50 ή 100 χρόνια…» και βλέποντας την έκπληξη στα πρόσωπα που συνέθεταν το ακροατήριο επέμεινε: «Οταν η μουσική σταματά, σταματά πολύ απότομα».
Ο κ. Γουάτσα όμως δεν υποστήριζε ότι οι αγορές θα καταρρεύσουν απλώς για να εντυπωσιάσει. Το πίστευε 100%. Αγόραζε μάλιστα συστηματικά συμβάσεις ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου, τα γνωστά σε όλους μας πλέον CDS, τα οποία πληρώνουν στον κάτοχό τους πολλαπλάσια χρήματα όταν ο φορέας για τον οποίο έχουν εκδοθεί αθετήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Ο Ινδοκαναδός επιχειρηματίας έβλεπε τη δραματική κατάρρευση των αγορών να έρχεται ήδη από το 2006. Αγόραζε συνεχώς CDS, όμως οι αγορές συνέχιζαν να ανεβαίνουν και έχανε χρήματα. Εκλεισε το 2006 με ζημίες 75% στις θέσεις που είχε πάρει. Οι απώλειες όμως δεν τον πτόησαν. Αντιστάθηκε στην οικονομική αιμορραγία που υφίστατο και συνέχισε να αγοράζει περισσότερα CDS και τo 2007. Κι όχι μόνον αγόραζε ασφάλιστρα κινδύνου, αλλά επιπλέον προειδοποιούσε δημοσίως σε δραματικούς τόνους στις ομιλίες του για το επερχόμενο κραχ. Το 2008 τον βρίσκει να διατηρεί το ίδιο στοίχημα για την κατάρρευση των αγορών, μόνο που πλέον έχει ανεβάσει το ποσό που έχει ποντάρει στα 341 εκατ. δολάρια. Τον Ιούνιο του 2008 σκάνε δύο αμοιβαία της Βear Stearns που επένδυαν σε τίτλους που συνδέονταν με ακίνητα. Λίγες εβδομάδες μετά η καταιγίδα ξεσπά και παρασύρει και την ίδια την Βear Stearns, για να ακολουθήσει η Lehman Brothers. Καταρρέει η ΑIG, το αμερικανικό Δημόσιο σώζει τη Citigroup, τη Freddie Mac και τη Fannie Mae, ενώ η Merrill Lynch οδηγείται σε υποχρεωτική συγχώνευση και πτωχεύουν οι General Motors και Chrysler.
Τα θεμέλια της αμερικανικής οικονομίας δοκιμάστηκαν επικίνδυνα σε μια κρίση που συγκρίνεται με τη μεγάλη ύφεση του 1929. Ο κ. Γουάτσα παρακολουθεί επιχειρηματικούς κολοσσούς με ιστορία που ξεπερνά τα 100 χρόνια να κλείνουν σε μια νύχτα, ενώ οι πυλώνες του συστήματος τρίζουν. Στο μεταξύ, το στοίχημα των 341 εκατ. που είχε πάρει κατέγραψε απόδοση πάνω από 500%, καθώς η αξία των CDS που αγόραζε έφθασε στα 2,1 δισ. δολάρια. Μετά τον θρίαμβό του, ο κ. Γουάτσα όχι μόνο δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει τις επενδυτικές του κινήσεις, αλλά προσπάθησε και να κρυφτεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2008 η εφημερίδα «The Globe and Mail» τον ανακηρύσσει διευθύνοντα σύμβουλο της χρονιάς. Εκείνος όμως αρνείται την τιμή της βράβευσης, με αποτέλεσμα η εφημερίδα να γράψει ότι «ατύχησε» στην επιλογή της. Τα γεγονότα για το πώς ο κ. Γουάτσα από το 2006 έως το 2008 κέρδισε 1,75 δισ. δολάρια μας οδηγούν και πάλι στο αρχικό ερώτημα: Τι κάνει, λοιπόν, κάποιον να ξεχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους και να αναδεικνύεται σε επενδυτικό γκουρού; Η συνταγή επιτυχίας του κ. Γουάτσα πάντως φαίνεται να είναι απλή: δεν του αρέσει να τραβάει την προσοχή, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις -με τα δικά του όμως «γυαλιά»- και την κατάλληλη στιγμή, όταν η απογοήτευση ή η ευφορία είναι στα ύψη, παίρνει το στοίχημά του εφόσον θεωρεί ότι υπάρχει πραγματική αξία πίσω από την επένδυση.
Ο ήσυχος δισεκατομμυριούχος
Η Stansberry & Associates είναι μια ανεξάρτητη εταιρεία επενδυτικών αναλύσεων στις ΗΠΑ. Ιδιαίτερα επιδραστική, έχει περισσότερους από 600.000 συνδρομητές, ενώ τις ιστοσελίδες της επισκέπτονται 2,75 εκατομμύρια μοναδικοί χρήστες τον μήνα. Ανάμεσα στους αναλυτές της είναι πρώην διαχειριστές hedge funds, ειδικοί των αγορών, και γι’ αυτό θεωρείται ότι προσφέρει μια «εσωτερική» ματιά στις επιχειρήσεις που αναλύει. Το τελευταίο επενδυτικό report της Stansberry & Associates αποθεώνει αφενός τον κ. Γουάτσα και αφετέρου την Ελλάδα ή, καλύτερα, την ελληνική αγορά. Η εταιρεία από τη Βαλτιμόρη είχε έγκαιρα υποστηρίξει και υποδείξει στους συνδρομητές της τις δυνατότητες για μεγάλα κέρδη που πρόσφερε η χώρα μας. Χρησιμοποιεί λοιπόν τη διεθνή φήμη του κ. Γουάτσα για να προσδώσει μεγαλύτερο κύρος στις επενδυτικές συστάσεις της, τιτλοφορώντας τη σχετική ανάλυση «Ο ήσυχος δισεκατομμυριούχος μάς ακολουθεί στην Ελλάδα».
Η διαδρομή του κ. Γουάτσα είναι λίγο πολύ γνωστή. Γεννήθηκε στην Ινδία και πήρε πτυχίο χημικού μηχανικού από το Τμήμα του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Ινδίας. Δεν του άρεσε όμως η δουλειά του μηχανικού και το 1972 μετανάστευσε στον Καναδά τελείως άφραγκος. Εκεί πωλούσε air conditioners και θερμάστρες πόρτα-πόρτα για να κερδίζει χρήματα ώστε να πληρώνει το μεταπτυχιακό του (MBA) στο Richard Ivey Business School, όπου έδωσε και την περίφημη διάλεξη. Αφού αποφοίτησε το 1974, εργάστηκε σχεδόν επί μία δεκαετία στο επενδυτικό τμήμα της ασφαλιστικής εταιρείας Confederation Life. Στη συνέχεια ίδρυσε τη δική του εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων και σύντομα απέκτησε τον έλεγχο της Fairfax Financial το 1985. Οπως ο Γουόρεν Μπάφετ έφτιαξε την Berkshire Hathaway, τη δική του εταιρεία συμμετοχών, κατά τον ίδιο τρόπο και ο κ. Γουάτσα χρησιμοποίησε τον κλάδο ασφαλίσεων της Fairfax Financial για να μετατρέψει την εταιρεία σε όχημα των επενδύσεών του. Και η πορεία του υπήρξε εντυπωσιακή. Ο κ. Γουάτσα διαμόρφωσε το αντίθετο στο ρεύμα επενδυτικό στυλ του, σύμφωνα με αυτό του φίλου και μέντορά του, του μυθικού sir Τζον Τέμπλετον. Ο Τέμπλετον έγινε δισεκατομμυριούχος χάρη στην προσέγγισή του, η οποία πήγαινε κόντρα στο ρεύμα – πωλούσε στοιχεία ενεργητικού όταν η μάζα αγόραζε επιθετικά και αγόραζε όταν δεν το έκανε σχεδόν κανένας άλλος. Ηταν ο πρώτος που εφάρμοσε τη στρατηγική της αναζήτησης περιπτώσεων αγορών σε όλο τον κόσμο, οι οποίες προσέφεραν απίστευτες ευκαιρίες. Την ονόμασε «επενδύσεις στο όριο της μέγιστης απαισιοδοξίας». «Ο Γουάτσα», γράφει με θαυμασμό η αναφορά της Stansberry & Associates, «έπραξε περίπου ακριβώς το ίδιο… Είναι φημισμένη η πώληση των μισών μετοχών της εταιρείας του πριν από την κατάρρευση της Μαύρης Δευτέρας το ’87. Το 1990 προέβλεψε την ιαπωνική φούσκα. Αγόρασε δικαιώματα προαίρεσης έναντι του δείκτη S&P 500 πριν από την πτώση του 2000. Και το μεγαλύτερό του στοίχημα ήταν στην πρόσφατη πιστωτική κρίση στις ΗΠΑ. Χάρη σε τέτοιες ενέργειες ο Γουάτσα μετέτρεψε κάθε $10.000 που επενδύθηκαν στη Fairfax το 1985 σε ποσό που ξεπερνά σήμερα το 1 εκατ. δολάρια».
«Για τον λόγο αυτό με μεγάλο ενθουσιασμό μάθαμε ότι πρόσφατα ο Γουάτσα, όπως και εμείς, άρχισε να επενδύει στη λιγότερο δημοφιλή αγορά (σ.σ.: εννοεί την ελληνική), σύμφωνα με τον Δείκτη Παρακολούθησης Αξιών. Πρόκειται για μια αγορά στην οποία έχουμε επενδύσει κατ’ επανάληψη», καταλήγουν οι Αμερικανοί αναλυτές.
Μεγάλες ευκαιρίες στο Χ.Α.
Οι αναλυτές δηλώνουν υπέρμαχοι των ευκαιριών του Ελληνικού Χρηματιστηρίου και αναφέρουν ότι «το Ελληνικό Χρηματιστήριο έπιασε πάτο περίπου στα μέσα του 2012 και έκτοτε έχει διπλασιαστεί. Αλλά και με αυτή τη 2ετή άνοδο βρίσκεται ακόμα κατά περίπου 80% κάτω από τα ύψη του 2007. Πιστεύουμε ότι η πρόσφατη υποχώρηση μάς προσφέρει καταπληκτικές τιμές εισόδου ώστε να επενδύσουμε σε ελληνικές μετοχές. Η ελληνική αγορά εφεξής έχει μεγάλες προοπτικές ανόδου. Ο δείκτης του Χ.Α. κινείται μόλις στο 0,7 των εκτιμώμενων πωλήσεων αυτής της χρονιάς. Για λόγους σύγκρισης, ο δείκτης των ΗΠΑ S&P 500 κινείται στο 1,6 των πωλήσεων – πάνω από το διπλάσιο της ελληνικής αγοράς», καταλήγουν.
Η Stansberry & Associates εστιάζει στις επιλογές του κ. Γουάτσα και επικεντρώνεται ιδιαίτερα στη Μυτιληναίος και τη ΜΕΤΚΑ. Οι δύο αναλυτές δεν φείδονται καλών λόγων. «Προσθέτουμε τη Μυτιληναίος στο χαρτοφυλάκιό μας για να αυξήσουμε τη θέση μας στην ελληνική ανάκαμψη. Συνυπολογίζουμε τις ευκαιρίες ιδιωτικοποίησης και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που εν δυνάμει θα παίξει η Μυτιληναίος σε ολόκληρο τον ενεργειακό τομέα της χώρας και γι’ αυτό επιδιώκουμε ακόμα μεγαλύτερη έκθεση στο πλαίσιο αυτής της τάσης», γράφουν και προσθέτουν: «Πρόκειται για μια καλά διοικούμενη επιχείρηση όπου η διοίκηση γνωρίζει πώς να φροντίζει τους μετόχους της. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων για το προηγούμενο έτος ήταν 23% και η απόδοση των επενδυμένων κεφαλαίων ανήλθε σε 11,7%. Στα τέλη του 2013 είχε ταμειακά διαθέσιμα ύψους 135 εκατομμυρίων αυρώ».Οι έπαινοι συνεχίζονται για τη ΜΕΤΚΑ, για την οποία η Stansberry & Associates υπογραμμίζει: «Σήμερα η αξία της επιχείρησης, η οποία είναι η χρηματιστηριακή αξία συν το χρέος μείον τα ταμειακά διαθέσιμα, είναι περίπου 450 εκατ. ευρώ. Το EBITDA πέρυσι έφτασε στα 101 εκατ. ευρώ. Θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει ολόκληρη την εταιρεία, να κρατήσει μέχρι και το τελευταίο σεντ των κερδών για την τσέπη του και σε μόλις τεσσεράμισι χρόνια να έχει πάρει πίσω στο ακέραιο την αρχική επένδυση. Αυτό είναι γελοιωδώς φθηνό για μια εύρωστη επιχείρηση με άριστη διαχείριση και σταθερή ανάπτυξη». Οι αναλυτές προσεγγίζουν με δέος τις σημερινές επενδυτικές επιλογές του κ. Γουάτσα και εξηγούν το γιατί με συγκεκριμένα παραδείγματα από το παρελθόν:
■ Εκανε μια ένεση κεφαλαίων βάζοντας 64 εκατ. δολάρια στη σχεδόν χρεοκοπημένη MEGA Brands, η οποία είναι γνωστή για τους κύβους κατασκευών τύπου Lego. Πρόσφατα η MEGA εξαγοράστηκε από τη Mattel, τον γίγαντα των παιχνιδιών, αντί 484 εκατ. δολαρίων.
■ Προσφέρθηκε να πάρει την καταπονημένη εταιρεία κινητής τηλεφωνίας BlackBerry και στη συνέχεια άντλησε 1,25 δισ. δολάρια από ομολογίες για την εταιρεία.
■ Βοήθησε να παραμείνει η Bank of Ireland εκτός κρατικού ελέγχου όταν η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη ήταν στο απόγειό της και όλοι φοβούνταν την κατάρρευση του ευρώ. Πρόσφατα ρευστοποίησε μέρος αυτών των μετοχών με απόδοση 230%.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.