Ενας στους 5 “ειδικούς” της κτηματαγοράς εκτιμά ότι οι πωλήσεις των κατοικιών για το επόμενο εξάμηνο θα είναι περίπου ίδιες με σήμερα, 16,1% προσδοκά για το δεύτερο μισό του 2014 υψηλότερες πωλήσεις κατοικιών, ενώ σχεδόν 6 στους 10 αναφέρουν “χαμηλότερες και πολύ χαμηλότερες πωλήσεις κατοικιών”. Εστω κι αν οι μεσίτες εμφανίζονται τώρα ελαφρώς πιο αισιόδοξοι για την πορεία της αγοράς, ωστόσο επίσης πάνω από 6 στους 10 ή ποσοστό 62,9% εκτιμά ότι η κρίση στην αγορά έχει ακόμη μπροστά της 2-3 χρόνια.
Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την τελευταία έρευνα με τίτλο “Συγκυρία της Ελληνικής Κτηματαγοράς” που έγινε από το τμήμα Στατιστικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου με επιστημονικό υπεύθυνο τον τέως καθηγητή, κ. Επαμεινώνδα Πανά. Οι ειδικοί του κλάδου εκτιμούν τώρα ότι οι πωλήσεις θα είναι ίδιες με σήμερα και στο επόμενο εξάμηνο σε ποσοστό 25,2%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη προηγούμενη συγκυρία είχε διαμορφωθεί στο 28,3%. Υψηλό συνεχίζει να παρουσιάζεται το ποσοστό αυτών που εκτιμούν χαμηλότερες (αθροιστικά: “χαμηλότερες” + “πολύ χαμηλότερες”) πωλήσεις κατοικιών, 58,7%, όταν το αντίστοιχο της προηγούμενης συγκυρίας είχε διαμορφωθεί στο 61,6%.
Ένα μεγάλο ποσοστό των ειδικών εκτιμά επίσης ότι θα υπάρξει περαιτέρω μείωση των τιμών. Συγκεκριμένα, το 65,8% των προσδοκά ότι θα «υπάρξει σχετική μείωση» στις τιμές πωλήσεων των κατοικιών στους επόμενους έξι μήνες, ποσοστό μειωμένο σε σύγκριση με το αντίστοιχο της προηγούμενης συγκυρίας (67%).
Επιπλέον Μόλις 2 στους 10 (19,1%) εκτιμούν “ότι θα μείνουν σταθερές οι τιμές των πωλήσεων, ποσοστό μεγαλύτερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο της προηγούμενης συγκυρίας (16%).
Ως προς τα απούλητα ακίνητα, το 43,5% των ειδικών της κτηματαγοράς εκτιμά ότι υπάρχει ισχυρό πλεόνασμα προσφοράς στην αγορά ακινήτων για κατοικίες. Το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο σε σύγκριση με την προηγούμενη συγκυρία. Επίσης, το 54,8% θεωρεί ότι υπάρχει πλεόνασμα προσφοράς. Συνολικά, το 98,4% των ειδικών της κτηματαγοράς θεωρεί ότι υπάρχει υπερπροσφορά κατοικιών. Μόλις το 1,6% των ερωτηθέντων εκτιμά πως υπάρχει πλεόνασμα ζήτησης για κατοικία.
Αναφορικά με την ενοικίαση ακινήτων, το 34,1% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι το ποσοστό των μη ενοικιασμένων κατοικιών είναι περίπου το ίδιο σήμερα σε σχέση με έξι μήνες πριν, ποσοστό μειωμένο σε σύγκριση με την προηγούμενη συγκυρία (40,2%). Αυξημένοι εμφανίζονται (από 26,3% σε 55,3%) οι ερωτηθέντες που θεωρούν ότι το ποσοστό των μη ενοικιασμένων κατοικιών στην αγορά ακινήτων είναι υψηλότερο, σε σύγκριση με την προηγούμενη συγκυρία. Διπλασιάστηκαν δηλαδή όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει μεγαλύτερος αριθμός ξενοίκιαστων σπιτιών.
«Μη ηθική» η υπερφορολόγηση
Η έρευνα εστιάζει για μία ακόμη φορά στο αδιάθετο απόθεμα των κατοικιών στην Ελλάδα -το μέγεθός τους κυμαίνεται από 200.000 έως 270.000 ακίνητα- και στο γεγονός ότι η κτηματαγορά είχε καταστεί τραπεζοκίνητη. “Ο μεγάλος αριθμός αδιάθετων κατοικιών συνέβαλε καθοριστικά στην κρίση και φαίνεται ότι εμποδίζει την έξοδο από αυτήν, παρά το γεγονός ότι ήδη έχει μειωθεί η οικοδομική δραστηριότητα”, αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Δύο είναι οι πυλώνες ή τα περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού νοικοκυριού: οι καταθέσεις και οι κατοικίες. Το μόνο εκτεθειμένο στοιχείο είναι το σπίτι, από οποιαδήποτε φορολογία. Η επιβάρυνση της ιδιοκτησίας είναι τέτοια, που αναρωτιέται κάποιος με στοιχειώδη ορθολογισμό αν θα έχει κίνητρο και ενδιαφέρον να επενδύσει σε ακίνητο.
Όλα τα στοιχεία οδηγούν ότι η άλλοτε σημαντική ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή η οικοδομή, θα είναι στον σταθμό τουλάχιστον για άλλα δύο με τρία χρόνια.
“Οι Έλληνες ιδιοκτήτες αισθάνονται συνεχώς τις επιπτώσεις μιας τάσης που χαρακτηρίζεται ως μη ηθική. Έτσι, φαίνεται ότι κάθε ιδιόκτητο ακίνητο έρχεται να πληρώσει την αδυναμία ενός αναποτελεσματικού κράτους να περιορίσει τη φοροδιαφυγή.
Με δεδομένο λοιπόν ότι δεν περιορίζεται η φοροδιαφυγή, η κυβέρνηση προσφεύγει στην πιο εύκολη φαινομενικά λύση, δηλαδή στη φορολόγηση των ακινήτων. Όμως, η παράλογη αυτή φορολόγηση θα αποτελέσει τον κύριο συντελεστή της ταφόπλακας της κτηματαγοράς. Ο κυνισμός αυτός δεν είναι καθόλου δικαιολογημένος. Δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός επαγγελμάτων ζούσε από την οικοδομή και ακόμη ότι προσδοκούμε ότι θα έρθουν ξένοι να αγοράσουν εξοχικές κατοικίες. Πώς όμως ευελπιστούμε ότι θα έλθουν ξένοι για να αγοράσουν εξοχικές κατοικίες στην Ελλάδα, όταν αυτοί θα κληθούν να πληρώσουν στο κράτος τουλάχιστον δύο ενοίκια τον χρόνο”.
Παράλληλα, δεν αναμένεται ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς κατοικίας σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις των προβλέψεων των παραγόντων της αγοράς, όπως προκύπτει από την παρούσα συγκυρία.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι το γεγονός της μείωσης της οικοδομικής δραστηριότητας έχει δύο επιπτώσεις, στην παρούσα φάση, στην ελληνική κτηματαγορά. Η πρώτη επίπτωση είναι ότι τουλάχιστον στο ήδη υπάρχον απόθεμα των 250.000 και άνω κατοικιών δεν αναμένεται να προστεθεί μεγάλος αριθμός νέων κατοικιών.
Η δεύτερη επίπτωση, η αρνητική, είναι ότι αυξάνεται ο αριθμός των ανέργων που δραστηριοποιούνται στον χώρο της κτηματαγοράς και έτσι αρκετές μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να κλείσουν».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.