Tης Τίνας Μανδηλαρά
«Τα 100 εκατ. δολάρια είναι σαν να κερνάει μια μπίρα», έγραψε η «Indipendent» για το «αντίτιμο» με το οποίο το δαιμόνιο αφεντικό της Formula 1, Mπένι Εκλεστοουν κατάφερε να παρακάμψει τη γερμανική Δικαιοσύνη. Η χλιδή αλλά και τα σκάνδαλα πρωταγωνιστούν στην πολυτάραχη ζωή του 83χρονου κροίσου και των δύο κοριτσιών του: τα sex tapes και η Ferrari της ζωηρής Ταμάρα, οι συλλογές των Rolls-Royce και των πλαστών έργων τέχνης της Πέτρα
Η διαδρομή από την αίθουσα με τα σκουρόχρωμα χαλιά με την πορφυρένια μπορντούρα έως την επιβλητική έξοδο του δικαστικού Μεγάρου στο Μόναχο δεν φαινόταν το ίδιο ατελείωτη όπως το πρωί: ο άνδρας με το μικροσκοπικό ανάστημα και το ανάλαφρο βήμα είχε κάθε λόγο να μην ενδιαφέρεται πια για τις λεπτομέρειες του διάκοσμου και να σκέφτεται τα λόγια που θα άρθρωνε όταν οι δημοσιογράφοι θα του προέτασσαν τα μικρόφωνα.
Ο Μπέρνι Εκλεστοουν δεν έπρεπε να είναι ειρωνικός ως συνήθως, ούτε κυνικός όπως επιβάλλει η ίδια του η ταυτότητα. Θα έκανε δε για πρώτη φορά την υπέρβαση εκφράζοντας ευγνωμοσύνη και βεβαιότητα ότι όλα συνέβησαν δίκαια και προς όφελος των Γερμανών. Το παν είναι να μη νιώσουν εκείνοι μειωμένοι ή χαμένοι. Και αυτή την ψυχολογία του νικητή την ήξερε ο ίδιος καλύτερα από τον καθένα: αυτός που κερδίζει τα παίρνει τελικά όλα -ακόμη κι αν φαινομενικά εμφανίζεται ως χαμένος.
Σκόπιμα λοιπόν οι φράσεις του αφεντικού της Formula 1 ήταν -σχεδόν- καλοζυγισμένες: ναι μεν έλεγε ότι οι Γερμανοί ήταν δίκαιοι στην απόφασή τους και ότι ο ίδιος ήταν ευγνώμων, αλλά η ειρωνεία περίσσευε με το παραπάνω. Ο Μπέρνι δεν μπορούσε να μη συμβουλέψει τους Γερμανούς πώς να αξιοποιήσουν τα χρήματα που ο ίδιος θα τους κατέβαλε στον εξωδικαστικό συμβιβασμό: καλό θα ήταν να τα επένδυαν όχι σε κοινωφελείς σκοπούς, αλλά για να φτιάξουν πίστα στο Μόναχο (κάτι που θα ωφελούσε και πάλι τον ίδιο). Ο πανίσχυρος δισεκατομμυριούχος που η μικροσκοπική θωριά του ήταν αντιστρόφως ανάλογη της δαιμόνιας ευφυΐας του δεν είχε ποτέ κανέναν λόγο να είναι αρεστός – γιατί να έχει τώρα; Ανέκαθεν προτιμούσε να τον φοβούνται αντί να τον συμπαθούν – όσο για εκτίμηση, συμπάθεια κ.λπ., αυτά είναι χούγια που αφορούν τους απλούς θνητούς. Παρά τα φαινόμενα, άλλωστε, ο Εκλεστοουν βγήκε και πάλι κερδισμένος: δεν θα αντικρίσει ούτε μία μέρα τη «στενή», δεν θα ακούσει να του απαγγέλλονται καν κατηγορίες και τύποις -όσον αφορά δηλαδή τη νομική εκδοχή του πράγματος- εμφανίζεται αθώος. Ακόμη κι αν οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι είναι οφθαλμοφανής η εμπλοκή του -και ότι δεν είναι η πρώτη φορά που επιδίδεται στο γνώριμο χόμπι της δωροδοκίας- το αποτέλεσμα μιλάει από μόνο του. Για το αφεντικό της F1 σημασία έχει ότι η Εισαγγελία του Μονάχου έκανε δεκτή την πρόταση συμβιβασμού για διακοπή της δίκης αντί καταβολής ποσού 100 εκατ. δολαρίων από τον ίδιο, κάτι που ενέκριναν -σε αντίθεση με ό,τι αναμενόταν- οι δικαστές της υπόθεσης. Το ποσό ακούγεται τεράστιο, αλλά, όπως επισήμανε και η εφημερίδα «Independent», για τον κάτοχο μιας περιουσίας που ξεπερνάει τα 4,5 δισ. δολάρια τα 100 εκατ. «είναι απλώς σαν να κερνάει μια μπίρα». Μπροστά σε αυτό το ποσό οι παρατηρητές της δίκης εύκολα πείστηκαν ότι η στοιχειοθέτηση των κατηγοριών που τον βαραίνουν δεν ήταν επαρκής και φρόντισαν να τον απαλλάξουν από τις κατηγορίες.
Και προεκλογικές χορηγίες με το αζημίωτο
Η υπόθεση που κατέληξε στον περίφημο συμβιβασμό άρχισε να εξετάζεται από το δικαστήριο του Μονάχου τον περασμένο Απρίλιο, όταν οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν ήθελαν τον 83χρονο δισεκατομμυριούχο να έχει δωροδοκήσει τον πρώην επικεφαλής της βαυαρικής τράπεζας Bayern LB Γκέρχαρντ Γκριμπκόβσκι με το ποσό των 44 εκατ. δολαρίων. Αυτό που φέρεται να του πρόσφερε ο τραπεζίτης ως αντάλλαγμα ήταν η διευκόλυνση για την πώληση του 47% που διατηρούσε ο τραπεζικός όμιλος στη Formula 1 στο γκρουπ CVC Capital Partners (την επενδυτική εταιρεία που είχε επιλέξει ο ίδιος). Ωστόσο, μετά το απαλλακτικό βούλευμα ο Μπέρνι όχι απλώς δεν εγκαταλείπει τα ηνία της Formula 1, αλλά ετοιμάζεται και για νέες εξορμήσεις. Ούτε γάτα ούτε ζημιά, λοιπόν, για έναν άνθρωπο που ξέρει να απολαμβάνει τις υψηλές ταχύτητες χωρίς καν να τραυματίζεται, αλλά και να βγαίνει καθαρός όχι από τη σκόνη της πίστας αλλά των απανωτών κατηγοριών που του έχουν απαγγελθεί στη μακρόχρονη καριέρα του. Για παράδειγμα, τα βρετανικά ΜΜΕ γέμιζαν για χρόνια τις σελίδες τους με αποκαλύψεις σχετικά με την υπόθεση Μπλερ – Εκλεστοουν: ο Μπέρνι χρηματοδότησε γενναία την προεκλογική καμπάνια του Τόνι Μπλερ και ο λόγος ήταν η αντικαπνιστική εκστρατεία που είχε ξεκινήσει ο ίδιος ο Βρετανός πολιτικός μαζί με το περίφημο μανιφέστο του «Τρίτου Δρόμου» πολύ πριν από την εκλογή του. Η πολιτική αυτή κίνηση σήμανε συναγερμό στο στρατηγείο του Μπέρνι, αφού, ως γνωστόν, οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες κάλυπταν ένα τεράστιο ποσό της Formula 1 ως χορηγοί και ένας νόμος που θα απαγόρευε τη διαφήμισή τους θα ήταν απλώς καταστροφή για το άθλημα – και κυρίως για την τσέπη του. Η Ευρωπαϊκή Ενωση είχε εν τω μεταξύ ήδη αποφασίσει την απαγόρευση οποιασδήποτε διαφήμισης τσιγάρων σε αθλητικά γεγονότα – γι’ αυτό και το αφεντικό ζήτησε από τον τότε Βρετανό πρωθυπουργό να φροντίσει να κρατήσει την προεκλογική «συμφωνία» εξαιρώντας τη Formula 1.
Ο Εκλεστοουν δεν αρνήθηκε τη «χορηγία» προς τον Μπλερ εν είδει «ευγενικού ανταλλάγματος» – όπως δεν έχει αρνηθεί τίποτα που έχει κάνει ως τώρα προτιμώντας να αφήνει τους άλλους να ερμηνεύουν τον βαθμό της ενοχής του. Ενα ειρωνικό σχόλιο, μια ασαφής ρητορική ερώτηση ποτισμένη σε κυνικό πνεύμα είναι πάντα αρκετά για να διατηρούν ζωντανό τον μύθο του δαιμόνιου Βρετανού, αλλά και να δίνουν τροφή για ακόμη περισσότερα σενάρια. Για χρόνια κυκλοφορούσε η φήμη πως ο Εκλεστοουν είχε αποκτήσει ξαφνικά χρήματα τη δεκαετία του ’60 όχι ως μεσίτης, όπως ο ίδιος υποστήριζε, αλλά από διάφορες κλοπές και ληστείες. Ελεγαν μάλιστα ότι ήταν αναμειγμένος στη «Μεγάλη ληστεία του τρένου», όπως έχει μείνει στην ιστορία η κλοπή ενός αστρονομικού ποσού από ένα τρένο που κουβαλούσε τα χρήματα του Βασιλικού Ταχυδρομείου της Αγγλίας. «Δεν ήταν δα και τόσα πολλά τα χρήματα στο τρένο», απάντησε όταν τον ρώτησαν σχετικά, «άσε που θα μπορούσα να είχα καταφέρει κάτι καλύτερο από αυτό». Ο καπνός από τη φωτιά του τρένου -δηλαδή οι φήμες που τον ήθελαν εμπλεκόμενο στη ληστεία- είχε να κάνει με το γεγονός ότι οδηγός στο αμάξι που μετέφερε τα χρήματα της ληστείας ήταν ο Ρόι Τζέιμς, επαγγελματίας οδηγός αγώνων και αλλοτινός στενός συνεργάτης και φίλος του Μπέρνι.
Δόξα, λάμψη, χρήμα και όμορφα κορίτσια
Οι κυνικές δηλώσεις και οι χωλές σκέψεις πάντως δείχνουν να διασκεδάζουν το μονόχνοτο αφεντικό, αφού διασπάνε την καθησυχαστική και υπέρ το δέον λαμπερή μονοτονία των υπερλουσάτων αγώνων της F1. Ο άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα φτωχόσπιτο της επαρχιακής Αγγλίας, γιος ψαρά και χωρίς να έχει ολοκληρώσει καν την απαραίτητη σχολική εκπαίδευση, ήξερε καλά ότι αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι δόξα, λάμψη και χρήμα. Τους το χάρισε με το παραπάνω μετατρέποντας τους αγώνες της Formula 1 σε ένα ελιτίστικο σύμπαν, το οποίο, εκτός από ικανούς πιλότους και γρήγορες ταχύτητες, διέθετε όλο το ονειρεμένο πακέτο: σαμπάνιες στο τέλος, δάφνινα στεφάνια, όμορφες κοπέλες -τα λεγόμενα «grid girls»-, παράλογο πλούτο – και αυτός προήλθε από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εκλεστοουν φρόντισε από νωρίς να ανεβάσει αστρονομικά τα ποσά που ξοδεύονταν γύρω από το άθλημα (από το εισιτήρια έως τα τηλεοπτικά δικαιώματα κ.λπ.). Αύξησε επίσης τον αριθμό των διοργανώσεων που σήμερα φτάνουν τις 19, φτιάχνοντας κυριολεκτικά πύργους από άμμο (αν αναλογιστεί κανείς ότι πίστα απέκτησε ακόμη και το Μπαχρέιν!). Ολοι βγαίνουν τελικά κερδισμένοι απ’ αυτό το γοητευτικό παιχνίδι υψηλής οδηγικής τέχνης, κινδύνου, ανδρεναλίνης, τεχνικής και πάθους έως θανάτου – σαν αυτό που θρέφει μέχρι σήμερα τον άνθρωπο που δεν ήταν ποτέ συνεπής στο ραντεβού του με τον Χάροντα, ούτε φαίνεται να θέλει να είναι. Και αυτό φάνηκε όταν η καρδιά του τον πρόδωσε και ένα τριπλό μπαϊπάς τον έκανε δυνατότερο από πριν, αλλά και όταν τον ξυλοφόρτωσαν πριν από τέσσερα χρόνια καθώς επέστρεφε στο σπίτι του στο κεντρικό Λονδίνο μαζί με την τρίτη σύζυγό του Φαμπιάνα Φλόσι, αποσπώντας τους κοσμήματα ανεκτίμητης αξίας και ένα ρολόι αξίας 200.000 λιρών. Οι ληστές τον άφησαν αναίσθητο για ώρες, ενώ στις φωτογραφίες για μέρες διακρινόταν και το μελανιασμένο του μάτι από τη συμπλοκή. Ο ίδιος διατηρώντας πάντα το γνωστό του χιούμορ δεν έχασε ευκαιρία να μετατρέψει το ατυχές περιστατικό σε μία ακόμη αφορμή για παραπάνω οφέλη: καίτοι χτυπημένος, πόζαρε για σχετική διαφήμιση της μάρκας Hublot που ήταν το ρολόι που του κλέψανε: «Κοίτα πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος για ένα Hublot», έγραφε η σχετική λεζάντα.
Εν ολίγοις, ο Μπέρνι Εκλεστοουν δεν αφήνει ποτέ τίποτα να πάει χαμένο και αν κάτι τον έκανε έναν από τους πιο πετυχημένους επιχειρηματίες στον κόσμο, αυτό ήταν η ικανότητά του να αποσπά από τα παζάρια όχι το 75% αλλά το 100%. Αυτό έκανε όταν απέκτησε τη δεκαετία του ’70 την ομάδα της Formula 1, Brabham, οραματιζόμενος από τότε το επόμενο βήμα στον τομέα των μηχανοκίνητων σπορ. Διορατικός και με ένστικτο, δεν έπαψε ποτέ να βλέπει μπροστά από την εποχή του λανσάροντας σε εποχές πρώιμες τότε καινούρια μοντέλα και νέες μεθόδους – κανείς δεν θα ξεχάσει, για παράδειγμα, το περίφημο ΒΤ46Β ή αλλιώς «Fan Car». Ηταν αυτή που χάρισε τη νίκη στον Νίκι Λάουντα στη Σουηδία, ενώ ο Εκλεστόουν φρόντισε να την αποσύρει προτού την απαγορεύσουν επίσημα. Μια δεκαετία αργότερα θα αναδεικνυόταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της Formula 1: όχι μόνο θα κέρδιζε τη μάχη μεταξύ της FOCA (Ενωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων της F1) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας αναλαμβάνοντας την εκμετάλλευση των αγώνων, αλλά και θα τολμούσε το αδιανόητο: θα ταξίδευε ως τη Σοβιετική Ενωση διαπραγματευόμενος τη διεξαγωγή του πρώτου GP επί κομμουνιστικού εδάφους. Τελικά το GP δεν έγινε στη σοβιετική Ρωσία, αλλά επειδή ο Μπέρνι δεν έμαθε ποτέ να χάνει φρόντισε να το διοργανώσει στην κατεξοχήν χώρα του Σιδηρού Παραπετάσματος, την κομμουνιστικοκρατούμενη ακόμη τότε και παρά το κλίμα της Περεστρόικα Ουγγαρία ενώπιον 200.000 θεατών! Η μοναδική εκδοχή που γνωρίζει ο ίδιος σε κάθε σενάριο δεν είναι η αρχή ή το τέλος, αλλά η καταπληξία -το απρόσμενο χτύπημα εκεί που δεν το περιμένεις- αφού η αποστειρωμένη ουδετερότητα αφορά μάλλον τους ηττημένους. Και η μόνη τακτική που ξέρει για να επιβιώνει είναι αυτή των υπερβολικών απαιτήσεων.
Η Πέτρα του σκανδάλου με τα πλαστά έργα τέχνης
Αντίστοιχη τακτική φαίνεται να ακολουθούν οι δύο του κόρες -απόλυτες celebrity και κορίτσια που λατρεύουν τα ταμπλόιντ -Ταμάρα και Πέτρα, μετατρέποντας τη στρατηγική των υψηλών απαιτήσεων σε τέχνη. Χωρίς να διαθέτουν το πνεύμα του πατέρα τους, οι διεκδικήσεις τους εξαντλούνται σε ένα παιχνίδι επιδειξιμανίας, πλούτου και απληστίας χωρίς καμία επίφαση γενναιοδωρίας ή απλότητας – μάλλον το αντίθετο. Τα media τις θεωρούν ίσως μια καλύτερη εκδοχή της Κιμ Καρντάσιαν ή της Πάρις Χίλτον και οι όποιες συγκρίσεις ανάμεσα στη διάσημη κόρη του μεγαλοξενοδόχου με τη μία κόρη του ιδιοκτήτη της Formula 1 δεν είναι τυχαίες: η Ταμάρα έχει ποζάρει κι αυτή σε αμαρτωλές πόζες για το περιοδικό «Playboy» («Ηθελα να κερδίσω τα δικά μου χρήματα» θα πει αργότερα), ενώ έχει πρωταγωνιστήσει σε ριάλιτι συνδρομητικού καναλιού το οποίο έφερε το όνομά της. Οταν όμως αποφάσισε να λανσάρει τα δικά της προϊόντα, ο πατέρας της εξαγριώθηκε – ειδικά όταν έμαθε ότι ήθελε να ονομάσει τη λακ για τα μαλλιά Formula 1. Κατά τα άλλα, ο Μπέρνι δεν χαλάει χατίρι στις κόρες του, πληρώνοντας, όπως κάθε πλούσιος πατέρας, το τίμημα του διαζυγίου. Η μητέρα των κοριτσιών και δεύτερη σύζυγός του ήταν ένα εξωτικό μοντέλο από την Κροατία, 28 χρόνια μικρότερη και δυο κεφάλια τουλάχιστον ψηλότερη, κάτι που προφανώς δεν του προκαλούσε καμία ανασφάλεια (λέξη μάλλον άγνωστη στο ευσύνοπτο λεξιλόγιό του). Οι κόρες του πάντως νιώθουν ασφάλεια μόνο όταν βρίσκονται σε τεράστιους πύργους ή όταν οδηγούν ένα super car που ταιριάζει στα δικά τους μέτρα: το τελευταίο δώρο του πατέρα προς την κόρη Ταμάρα ήταν η Ferrari 599 GTO (με την ίδια να ποζάρει όλο ηδυπάθεια πάνω στο καπό αποτελώντας το ιδανικό συμπλήρωμα κάθε ανδρικής φαντασίωσης). Οταν όμως η σέξι Ταμάρα έσπευσε να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές φαντασιώσεις του πρώην συντρόφου της, νεογιάπη και φιλόδοξου χρηματιστή, γυρνώντας το απαραίτητο sex tape, το αποτέλεσμα δεν ήταν αντίστοιχα ευτυχές. Το sex tape λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως μέσο απειλής προς τον πάμπλουτο πατέρα της -άλλη ανύπαρκτη λέξη στο λεξιλόγιό του- και φυσικά ο πρώην εραστής εξαφανίστηκε σύντομα από τον πλανήτη.
Η άλλη κόρη, η ξανθιά και θελκτική 25χρονη Πέτρα, δείχνει να έχει μια ευτυχή οικογενειακή ζωή, η οποία ωστόσο έχει γίνει αντικείμενο παρωδίας: το περιοδικό «Vanity Fair» σε πρόσφατο άρθρο του επέμενε ότι πάσχει από βαρύτατη μορφή απληστίας, αφού η μανία της να αποκτά όλο και περισσότερα αγαθά -και κυρίως έργα τέχνης- δεν ικανοποιείται ποτέ: «Το ζευγάρι Πέτρα Εκλεστοουν και Τζέιμς Σταντ παντρεύτηκε σε μια εμβληματική τελετή που κόστισε 19 εκατ. δολάρια, όπου η νύφη φόρεσε ένα Vera Wang νυφικό αξίας 130.000 δολαρίων», γράφει με μια δόση ειρωνείας ο δημοσιογράφος του «Vanity Fair» και συνεχίζει: «Σερβιρίστηκαν σαμπάνιες Chateau Petrus αξίας 6.000 δολαρίων. Εννοείται ότι η ίδια η Πέτρα είναι συλλέκτης Petrus τις οποίες διατηρεί σε ένα ιδιαίτερα δωμάτιο που σχεδίασε ο ανιψιός της Αυτής Μεγαλειότητας, Ντέιβιντ Λίνλεϊ».
Οσο για τον Τζέιμς Σταντ, αυτός συλλέγει αυτοκίνητα -Lamborghini και Rolls-Royce- αλλά και πορτρέτα ζωγράφων του 17ου αιώνα που έφερε η Πέτρα στο σπίτι τους, δηλαδή σε ένα από τα ακριβότερα σπίτια του Λος Αντζελες, στον τοίχο του οποίου αυτή τη στιγμή κρέμεται ένας Βαν Ντάικ αξίας 85 εκατ. δολαρίων. Πρόκειται για το άλλοτε σπίτι του Ααρον Σπέλιγνκ με το γνωστό δωμάτιο που ήταν ειδικά φτιαγμένο για το αμπαλάζ δώρων… Φυσικά το σπίτι πάει πακέτο με το άλλο σπίτι που διατηρεί η Πέτρα στο Τσέλσι του Λονδίνου, αξίας 90 εκατ. δολαρίων».
Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του άρθρου άρχισαν να πληθαίνουν οι φήμες για την πώληση του σπιτιού από την κόρη του Εκλεστοουν, η οποία μάλλον βαρέθηκε την απομόνωση του Λος Αντζελες και θέλει να επιστρέψει στην Αγγλία. Στην πατρίδα της τα ταμπλόιντ είναι πολύ πιο διψασμένα για τη φρέσκια ξανθιά σάρκα της 25χρονης θυγατέρας – μόνο που για την ώρα δεν ασχολούνται μαζί της για καλό. Σε μια περίεργη υπόθεση με πλαστούς πίνακες στον οίκο δημοπρασιών Christie’s ενέπλεκαν και το ζεύγος Τζέιμς – Πέτρα, το οποίο πηγαινοερχόταν άγρια μεσάνυχτα στην Bond Street κουβαλώντας διάφορους πίνακες με μία από τις Rolls-Royce τους. Η υπόθεση διερευνάται από την αστυνομία, αλλά ο κλειστός κύκλος της οικογένειας Εκλεστοουν μιλάει για κατασκευασμένες ειδήσεις. Λέγεται ότι η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου και οι περίοπτοι επιμελητές της ποτέ δεν ξεπέρασαν το γεγονός ότι η Πέτρα τούς απέσπασε τον Βαν Ντάικ μέσα από τα χέρια (την ώρα που μάζευαν χρήματα για να μπορέσουν να τον κρατήσουν στη Βρετανία).
Η απόκτηση του πίνακα για πολλούς ωστόσο δεν εξυπηρετεί δόλιους σκοπούς – σχετίζεται απλώς με το αλαζονικό και ασυγκράτητο αίσθημα του να γίνεται κανείς κύριος ενός πράγματος το οποίο διεκδικεί ένας ισότιμος ανταγωνιστής (εν προκειμένω το ίδιο το βρετανικό κράτος). Η ανάγκη να είναι πάντα αυτοί οι νικητές είναι μάλλον η ασθένεια που πλήττει εξίσου όλα τα μέλη της οικογένειας Εκλεστοουν, αρκεί να είναι συναρπαστικός ο αγώνας.
Τότε είναι που οι ταχύτητες αυξάνονται, οι στόχοι πολλαπλασιάζονται και η αδρεναλίνη που κρατάει εδώ και 83 χρόνια τον αιώνια έφηβο Μπέρνι στη ζωή ανεβαίνει κατακόρυφα. Διόλου τυχαία. Οταν ο Μέγας Αλέξανδρος είδε το μεγαλείο της κατακτημένης γης του άρχισε να θρηνεί επειδή ακριβώς δεν είχε τίποτε άλλο να κατακτήσει – ένα συναίσθημα που ίσως να μη νιώσει ποτέ ο αδυσώπητος κυρίαρχος Μπέρνι Εκλεστοουν. Το γκάζι υπάρχει για να σανιδώνεται, αρκεί στον δρόμο να υπάρχουν ικανοί ανταγωνιστές, αρκετά εμπόδια και επικίνδυνες στροφές. Είναι τέλειο να νιώθει ότι θα μπορούσε να είχε χτυπήσει, αλλά εντέλει κατάφερε, μόνο εκείνος, καλύτερα από τον καθένα, να βγει νικητής. Ακόμη και στα 83 του.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.