Η ολοκλήρωση της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών θα συμβάλει στη σταθερότητα της χρηματοδότησής τους, λέει η Fitch Ratings. Αν καταφέρουν να επιτύχουν επαρκή συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και τελικά να παρέχουν ευκαιρίες πρόσβασης σε κεφάλαια. Αυτή η εξέλιξη θα ήταν πολύ θετική για την πιστωτική εικόνα τους.
Ωστόσο, μια χρονική μετάθεση της προθεσμίας ανακεφαλαιοποίησης για τις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες (Εθνική, Eurobank, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς) πέρα από το τέλος Απριλίου θα μπορούσε να παρατείνει και τις ανισορροπίες χρηματοδότησης. Οι ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών περιλαμβάνουν την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και την έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών σε ιδιώτες επενδυτές.
Η τελική εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών της Τράπεζας της Ελλάδας είναι στα 40,5 δισ. και προκύπτουν κυρίως από τις απώλειες από το ελληνικό δημόσιο χρέος και τις προβλεπόμενες πιστωτικές ζημίες στα εγχώρια χαρτοφυλάκια δανείων. Η κεντρική τράπεζα αξιολογεί επίσης και την αποδοτικότητα κάθε τράπεζας.
Εάν οι τράπεζες δεν καταφέρουν να αυξήσουν τα ιδιωτικά κεφάλαια για την κάλυψη του 10% που ορίζεται στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης, οι ελληνικές αρχές θα καλύψουν τις ανάγκες κεφαλαίων των τραπεζών. Οι τράπεζες θα πρέπει επίσης να στοχεύσουν στην επίτευξη της αναδιάρθρωσης και των στόχων, ιδίως υπό το πρίσμα των πρόσφατων συγχωνεύσεων και εξαγορών, καθώς και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θα πρέπει να ενισχύσει τις πιθανότητές τους να προσελκύσουν επενδυτές.
Οι βαθμολογίες βιωσιμότητας «f» των τραπεζών θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν, εάν επιτευχθεί καλύτερη φερεγγυότητα και προφίλ χρηματοδότησης. Η Fitch θα επαναξιολογήσει τις βαθμολογίες βιωσιμότητας των τραπεζών όταν η κατάσταση τους θα γίνει σαφέστερη, και θα λαμβάνει υπόψη τις πρόσφατες εξαγορές, το αναθεωρημένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης καθώς και τα σχέδια ανακεφαλαιοποίησης. Ωστόσο, οι βαθμολογίες βιωσιμότητας είναι πιθανόν να παραμείνουν σε ένα βαθιά κερδοσκοπικό επίπεδο, μεσοπρόθεσμα, λόγω της αδύναμης πιστωτικής βάσης στη φτωχό εγχώριο λειτουργικό περιβάλλον. Επιπλέον, οι τέσσερις μεγάλες τράπεζες αντιμετωπίζουν αυξημένους βραχυπρόθεσμους κινδύνους από την αναδιάρθρωση και την ολοκλήρωση των πρόσφατων εξαγορών.
Η ενοποίηση του ελληνικού τραπεζικού τομέα θα μπορούσε να συμβάλλει στη βελτίωση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας μακροπρόθεσμα αλλά φέρνει επίσης πολλά προβλήματα. Η σημαντικότερη συναλλαγή – η συγχώνευση της ΕΤΕ-Eurobank – έχει ανασταλεί, αλλά θα αποτελέσει πρόκληση, λόγω του μεγέθους και των δύο τραπεζών, αν αυτή τελικά προχωρήσει.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.