search icon

Οικονομία

Ακρίβυνε το βοδινό; Ευκαιρία για στροφή στο κοτόπουλο, λέει η Rabobank

Ανάκαμψη στη βιομηχανία πουλερικών της ΕΕ το 2025, με ελληνική συμβολή - Σε ιστορικά υψηλά στην Ευρώπη οι τιμές των αυγών και της γαλοπούλας

ΜΑΡΙΑΝΘΗ ΤΣΟΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ/EUROKINISSI

Στα πάνω της βρίσκεται η κατανάλωση πουλερικών στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χώρες που ενίσχυσαν την παραγωγή κοτόπουλου μέσα στο 2025. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Rabobank, σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές του βοδινού παραμένουν υψηλές, το κοτόπουλο αποκτά σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ενισχύοντας τη θέση του στο «καλάθι» των καταναλωτών.

Με βάση την ανάλυση της RaboResearch, η κατανάλωση πουλερικών στην Ευρώπη αυξήθηκε σχεδόν κατά 3% το 2025, ενώ η προσφορά παρέμεινε περιορισμένη στο μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς, εξαιτίας των εκτεταμένων κρουσμάτων γρίπης των πτηνών σε κεντρική και βορειοδυτική Ευρώπη.

Η σταδιακή ανάκαμψη της παραγωγής στο δεύτερο εξάμηνο στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στην επέκταση της παραγωγής σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία.

Παράλληλα, η διατήρηση υψηλών τιμών στο βοδινό ενισχύει τη στροφή των καταναλωτών προς το κοτόπουλο, το οποίο παραμένει πιο προσιτό και ευέλικτο προϊόν, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής πιέζεται από τις ενεργειακές εξελίξεις.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η παραγωγή ενισχύθηκε κατά 30.000 τόνους, παρά τη μείωση της πυκνότητας εκτροφής που επέβαλαν μεγάλοι λιανέμποροι. Την ίδια στιγμή, παρατηρείται έντονη μετατροπή μονάδων εκτροφής γαλοπούλας και γονικών κοπαδιών προς παραγωγή κοτόπουλου, λόγω της υψηλότερης κερδοφορίας στον συγκεκριμένο κλάδο.

Ωστόσο, αυτή η μετατόπιση έχει δημιουργήσει νέες ανισορροπίες, καθώς η προσφορά γαλοπούλας και αυγών επώασης έχει περιοριστεί σημαντικά.

Πίεση σε αυγά και νεοσσούς

Η ισχυρή στροφή προς το κοτόπουλο, σε συνδυασμό με τη μειωμένη παραγωγική δυναμικότητα και τα πρόσφατα κρούσματα γρίπης των πτηνών, έχει οδηγήσει σε ιστορικά υψηλές τιμές για τη γαλοπούλα και τα αυγά επώασης στην Ευρώπη.

Ταυτόχρονα, η περιορισμένη διαθεσιμότητα αυγών επώασης και νεοσσών (DOC) λειτουργεί ως «φρένο» στην περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου, δημιουργώντας στενότητες στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Μικρή μείωση στις εξαγωγές και ανταγωνισμός από Βραζιλία

Οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκαν κατά 3% το 2025, κυρίως λόγω των υψηλότερων τιμών σε σχέση με την παγκόσμια αγορά αλλά και των περιορισμών, λόγω των κρουσμάτων γρίπης των πτηνών.

Η πτώση ήταν ιδιαίτερα αισθητή στις αφρικανικές αγορές, όπως το Κονγκό και το Μπενίν, όπου η Βραζιλία ενίσχυσε σημαντικά τη θέση της. Αντίθετα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3%, κυρίως στο πρώτο εξάμηνο του έτους.

Στο τρίτο τρίμηνο, οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά 6% σε ετήσια βάση, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο επανήλθαν στα επίπεδα του 2024. Αξιοσημείωτη ήταν η αύξηση των εισαγωγών από Ταϊλάνδη και Κίνα, την ώρα που η Βραζιλία επηρεάστηκε προσωρινά από περιορισμούς λόγω γρίπης των πτηνών – τάση που ωστόσο αντιστρέφεται τους τελευταίους μήνες.

Οι προοπτικές της αγοράς και ο παράγοντας της γρίπης των πτηνών

Η Rabobank εκτιμά ότι οι προοπτικές του ευρωπαϊκού κλάδου παραμένουν θετικές, αν και λιγότερο «θερμές» σε σχέση με το 2025. Καθοριστικός παράγοντας θα είναι η εξέλιξη της γρίπης των πτηνών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο μετανάστευσης των πουλιών από τον Μάρτιο έως τον Μάιο.

Ο κλάδος των αυγών έχει ήδη δεχθεί σημαντικές πιέσεις, ενώ η πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί άμεσα από την ένταση των επιδημιολογικών εξελίξεων. Σε περίπτωση περιορισμένων κρουσμάτων, αναμένεται αποκλιμάκωση των τιμών. Αντίθετα, νέα μεγάλα ξεσπάσματα ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα άνοδο.

Κόστος, ενέργεια και γεωπολιτικοί παράγοντες

Η έκθεση επισημαίνει ότι η βιοασφάλεια παραμένει κρίσιμος παράγοντας, καθώς ο κλάδος διανύει περίοδο υψηλού κινδύνου.

Παράλληλα, η κρίση στη Μέση Ανατολή αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά μέσω υψηλότερων ενεργειακών τιμών, επηρεάζοντας τη ζήτηση. Οι εξαγωγές ενδέχεται επίσης να επηρεαστούν, αν και η μεταφορά προς δυτικά λιμάνια μπορεί να περιορίσει τις απώλειες, παρά τη σημασία αγορών όπως η Σαουδική Αραβία.

Σε ό,τι αφορά το κόστος παραγωγής, οι προοπτικές εμφανίζονται πιο ευνοϊκές. Η επάρκεια σε καλαμπόκι και σόγια παραμένει ισχυρή, ενώ παρά την ξηρασία σε ορισμένες περιοχές της Νότιας Ευρώπης, οι πρώτες εκτιμήσεις για τις σοδειές καλαμποκιού και σιταριού είναι θετικές, στηρίζοντας τις τιμές σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Διαβάστε ακόμη

Πόσο «έξυπνη» επένδυση είναι το ασήμι; Τρεις προβλέψεις για την τιμή του μετάλλου (πίνακας)

Πονοκέφαλος για την τραπεζική εποπτεία η αγορά ακινήτων

ACS: Ανεβάζει ταχύτητες όσο πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων για το «χρυσό» deal

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version