Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το πρόβλημα της εισπραξιμότητας των φόρων θίγουν οι αναλυτές της Alpha Bank, στο τελευταίο οικονομικό δελτίο, στο πλαίσιο της υπερφορολόγησης που παρατηρείται στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, εξέλιξη που εντούτοις πλήττει μόνο τους συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, εκείνους δηλαδή που πληρώνουν τους φόρους τους.

Μάλιστα, όπως προκύπτει από την ανάλυση, εάν όλοι οι φορολογούμενοι επεδείκνυαν την απαιτούμενη πειθαρχία, τότε τα έσοδα του κράτους θα ανέρχονταν στα 97,5 δισ. ευρώ το 2013, δηλαδή στο 53,6% του ΑΕΠ, όταν στην Ευρωζώνη δεν υπερβαίνει το 46,7% του ΑΕΠ.

«Προβάλλεται σήμερα ο ισχυρισμός από πολλούς ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγούμενου υπερφορολόγηση των Ελλήνων πολιτών. Από την άλλη πλευρά, εκφράζονται απόψεις ότι η φορολογική επιβάρυνση των Ελλήνων δεν είναι υψηλότερη από άλλες χώρες της Ζώνης του Ευρώ και ότι η Ελλάδα υποφέρει από λίγους φόρους».

Σημειώνεται ότι εκτός από τα έσοδα που πράγματι εισπράχθηκαν, με τους ισχύοντες φορολογικούς συντελεστές το 2013 βεβαιώθηκαν επιπλέον φόροι ύψους 7,75 δισ και εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία ύψους άνω των 2 δισ που δεν πληρώθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι.

Επιπλέον, ένα πρόσθετο ποσό φόρων ύψους άνω των 7 δισ (περίπου 15% επί των εισοδημάτων που αποκτώνται στην παράλληλη οικονομία στην Ελλάδα) δεν βεβαιώθηκαν καν διότι δεν δηλώθηκαν είτε στον ΦΠΑ είτε στους ΦΕΦΠ και ΦΕΝΠ είτε στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων και καπνού.

Από την άλλη πλευρά, το ποσοστό φορολογικής επιβάρυνσης για τους φορολογούμενους που δεν πληρώνουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις ή τις πλήρωσαν μόνο μερικώς είναι μηδέν (0%), ή πολύ χαμηλό.

Εκτός αυτών, η γενικότερη διάρθρωση του ελληνικού φορολογικού συστήματος, όπως προκύπτει από τα έσοδα που πράγματι εισπράττονται, είναι σε μεγάλο βαθμό προβληματική και αντιαναπτυξιακή, για τους ακόλουθους λόγους:

Από τη μια μεριά, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων μειώθηκαν από το 8,6% του ΑΕΠ το 2000, στο 7,18% του ΑΕΠ το 2009, στο 6,2% του ΑΕΠ το 2011 και στο 6,3% του ΑΕΠ το 2013 και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο των εσόδων αυτών στις χώρες του ΟΟΣΑ που ήταν 12,7% το 2010 και 11,3% το 2011.

Tο ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από την εξέλιξη του συνόλου των εσόδων της χώρας από άμεσους φόρους, παρά το ότι αυξήθηκαν ελαφρά μετά το 2012, λόγω της μεγάλης αύξησης των φόρων περιουσίας.

Στην Ελλάδα, οι εισπράξεις από άμεσους φόρους εξακολουθούν να είναι σημαντικά χαμηλότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ από το μέσο όρο στις χώρες της Ζώνης του Ευρώ. Αυτό, βέβαια, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη μεγάλη φοροδιαφυγή, όπως προαναφέρθηκε.

Επίσης, η Ελλάδα εισπράττει μικρότερο ποσοστό του ΑΕΠ από έμμεσους φόρους μετά το 2003, όταν άρχισε να επεκτείνεται η φοροδιαφυγή στον ΦΠΑ και σε άλλους έμμεσους φόρους.

Μάλιστα, η Ελλάδα υστερεί σε αυτόν τον τομέα ακόμη και το 2012-2013 παρά τη μεγάλη αύξηση των φορολογικών συντελεστών στον ΦΠΑ και στους ΕΦΚ καυσίμων και καπνού και σε άλλους έμμεσους φόρους μετά το 2010.

«Κλειδί» η βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων στους τομείς του φόρου εισοδήματος και στους έμμεσους φόρους

Γενικά, η βελτίωση της εισπραξιμότητας των φόρων στους τομείς του φόρου εισοδήματος και στους έμμεσους φόρους είναι το κλειδί για την απολύτως αναγκαία μείωση των συντελεστών του ΦΠΑ και για την κατάργηση της εισφοράς 1%-4% στο φόρο εισοδήματος, καθώς και για την κατάργηση του ΦΑΠ στο φόρο περιουσίας που αποτελούν σήμερα δραστικούς περιοριστικούς παράγοντες στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, οι εισπράξεις από τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία στην Ελλάδα διαμορφώνονται σε σχετικά υψηλά επίπεδα και έχουν αυξηθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ στα χρόνια της προσαρμογής.

Αυτό ενδεχομένως αποτελεί ένα από τα πιο ανταγωνιστικά μειονεκτήματα της χώρας, ιδιαίτερα στον τομέα της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων. Η επιβάρυνση των επιχειρήσεων με τεράστιες εργοδοτικές εισφορές αποτελεί σοβαρό αντικίνητρο στην αύξηση της απασχόλησης και των εξαγωγών, διότι οι επιβαρύνσεις αυτές δεν επιστρέφονται στις εξαγωγές όπως ο ΦΠΑ.

Επομένως, οι μεγάλες απώλειες εσόδων από τον ΦΠΑ λόγω της εκτεταμένης φοροδιαφυγής αποτελεί σοβαρό εμπόδιο όχι μόνο στην αναγκαία μείωση των συντελεστών του ΦΠΑ, αλλά και στη μείωση των φόρων στην εργασία που αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στην αύξηση της απασχόλησης και των εξαγωγών.

Επισημαίνεται, τέλος, ότι τα έσοδα και οι πρωτογενείς δαπάνες της γενικής κυβέρνησης το 2013 ήταν γύρω στο 45% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και κάτω του 47% του ΑΕΠ στη Ζώνη του Ευρώ.

Έτσι, η Ελλάδα, όπως και η Ευρωζώνη, βρίσκονται σε δημοσιονομική πειθαρχία, με το πρωτογενές πλεόνασμα ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα στο +0,8% και στην Ζώνη του Ευρώ στο -0,1%. Η θέση αυτή, όμως, δεν μπορεί να διατηρηθεί.

Στην πλευρά των εσόδων, η ελληνική επίδοση σχετίζεται με την υπερπροσπάθεια που έγινε για την συλλογή εσόδων μέσω αύξησης των φορολογικών συντελεστών, με τους συνεπείς, όμως, φορολογούμενους να φέρουν ένα δυσανάλογα μεγαλύτερο βάρος, κάτι που δεν είναι δυνατόν να συνεχισθεί, και στα επόμενα χρόνια τα έσοδα ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να κινηθούν προς χαμηλότερο επίπεδο, εκτός και αν υπάρξει αντίστοιχη πρόοδος στην πάταξη της φοροδιαφυγής.

Στην πλευρά των πρωτογενών δαπανών, η ελληνική επίδοση είναι αποτέλεσμα τεράστιας προσπάθειας λειτουργικού εξορθολογισμού του κράτους, που στην ουσία μας φέρνει πίσω στα ακόμη, όμως, πολύ υψηλά μεγέθη του 2007-2008, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια να μειωθούν περαιτέρω προς τα επιθυμητά επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 2000, που είναι συμβατά με τη βιωσιμότητα του χρέους.

Συνεπώς, εάν δεν μειωθούν οι πρωτογενείς δαπάνες, ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3 π.μ. του ΑΕΠ περίπου προϋποθέτει την αύξηση των εσόδων από το 45,5% του ΑΕΠ το 2013 (που ήδη δεν είναι διατηρήσιμο) στο 47,7% του ΑΕΠ, δηλ. 1 π.μ. του ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που είναι 46,7%.

Σύμφωνα με την Alpha Bank, η ανάκαμψη της χώρας προϋποθέτει:

«α) Την σταθεροποίηση της οικονομίας της με την εξάλειψη των μακροοικονομικών ανισορροπιών, που στην Ελλάδα είχαν φτάσει σε αδιανόητα επίπεδα το 2009 οδηγώντας τη χώρα σε χρεοκοπία.

β) Την αποκατάσταση συνθηκών λειτουργίας των αγορών εργασίας και προϊόντων, οι οποίες να επιτρέπουν τη διεθνώς ανταγωνιστική ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής, με βάση και τα αξιοσημείωτα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.

γ) Την αποκατάσταση ενός θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου λειτουργίας της εγχώριας οικονομίας και κοινωνίας το οποίο να είναι φιλικό προς την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα και προς την παραγωγική εργασία για την ανάπτυξη».