Την ώρα που η Ευρώπη ανησυχεί για το ενδεχόμενο νέας κρίσης χρέους, η Ελλάδα, η οποία πριν από λίγα χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της δημοσιονομικής κρίσης, καταγράφει πλεονάσματα δισεκατομμυρίων ευρώ, μειώνει ταχύτερα το δημόσιο χρέος της και εμφανίζεται πλέον ως παράδειγμα για τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, γράφει η γερμανική Handelsblatt.
Η χώρα που πριν από μερικά χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο χρεοκοπίας φαίνεται ότι έχει βρει τον δρόμο εξόδου από την παγίδα του χρέους. Και η πορεία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές προκλήσεις που επαναφέρουν μνήμες από την προηγούμενη κρίση.
Η Γαλλία στο επίκεντρο των ανησυχιών για νέα κρίση χρέους
Ιδιαίτερα ανησυχητική εμφανίζεται η κατάσταση στη Γαλλία, όπου ο συνδυασμός μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, συνεχούς αύξησης του χρέους, πολιτικής αβεβαιότητας και ασθενικής ανάπτυξης δημιουργεί ένα ολοένα πιο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον.
«Μεγάλα ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, αυξανόμενο βουνό χρέους, πολιτική αβεβαιότητα και σχεδόν μηδενική οικονομική ανάπτυξη: η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί για πολύ ακόμη στη Γαλλία», προειδοποιεί ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας Berenberg.
Οι ανησυχίες έχουν αρχίσει να αποτυπώνονται και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων βρέθηκε πρόσφατα υπό έντονη πίεση, με την απόδοση των δεκαετών τίτλων να πλησιάζει προσωρινά το 5%.
Σύμφωνα με τον Σμίντινγκ, η γαλλική πολιτική ηγεσία βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα αντιδράσει στην «κίτρινη κάρτα» που της δείχνει η αγορά ομολόγων είτε θα κινδυνεύσει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια πολύ σοβαρότερη κρίση.
Ο οικονομολόγος προειδοποιεί ότι, εάν οι επενδυτές αρνηθούν να συνεχίσουν να αγοράζουν γαλλικά κρατικά ομόλογα, η χώρα θα μπορούσε να οδηγηθεί σε χρηματοπιστωτική κρίση, με επιπτώσεις στο σύνολο της Ευρωζώνης.
Μια γαλλική κρίση χρέους δεν είναι ακόμη αναπόφευκτη, αλλά ο κίνδυνος είναι πραγματικός, υπογραμμίζει.
Το παράδειγμα Τσίπρα και το μήνυμα προς τη Μαρίν Λεπέν
Η ελληνική εμπειρία, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Berenberg, προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των λαθών που θα πρέπει να αποφύγουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Μάλιστα, ο Σμίντινγκ θεωρεί ότι η Μαρίν Λεπέν, η οποία διεκδικεί τη γαλλική προεδρία, θα είχε λόγους να συνομιλήσει με τον πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας Αλέξη Τσίπρα.
«Ο Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές ως ριζοσπάστης λαϊκιστής, αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να κάνει ακριβώς το αντίθετο από όσα είχε υποσχεθεί, επειδή διαφορετικά κανείς δεν θα του δάνειζε χρήματα», επισημαίνει.
Κατά τον Γερμανό οικονομολόγο, ένα αντίστοιχο δίλημμα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και η Λεπέν. «Είτε η Λεπέν θα το αντιληφθεί εγκαίρως είτε θα έχει την ίδια τύχη με τον Τσίπρα», εκτιμά.
Το οικονομικό κόστος των συγκρούσεων κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Ο Κλάους Ρέγκλινγκ, πρώην επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), έχει υπολογίσει ότι η αρχική στάση άρνησης και αντιπαράθεσης της κυβέρνησης Τσίπρα προκάλεσε στην ελληνική οικονομία ζημία ύψους 100 δισ. ευρώ.
Πλεονάσματα δισεκατομμυρίων και πρόωρη αποπληρωμή δανείων
Η σημερινή εικόνα της Ελλάδας απέχει σημαντικά από εκείνη της περιόδου των μνημονίων. Η χώρα είναι πλέον σε θέση να αποπληρώνει τα δάνεια διάσωσης ταχύτερα από τον αρχικό προγραμματισμό, αξιοποιώντας τη βελτίωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων της.
Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του έτους, το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 6,3 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας σημαντικά τον αρχικό στόχο των 4,9 δισ. ευρώ.
Η θετική αυτή εξέλιξη επιταχύνει τη μείωση των υποχρεώσεων που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, τα δάνεια του πρώτου προγράμματος διάσωσης αναμένεται να έχουν εξοφληθεί έως το 2029, δηλαδή 11 χρόνια νωρίτερα από ό,τι προβλεπόταν αρχικά.
Παράλληλα, η Ελλάδα κινείται προς την κατεύθυνση της απώλειας μιας αρνητικής πρωτιάς που τη συνόδευε για χρόνια.
Ήδη από φέτος, η Ιταλία ενδέχεται να την ξεπεράσει και να γίνει η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι το 2029, εκτιμάται ότι και η Γαλλία θα μπορούσε να εμφανίζει υψηλότερο δείκτη χρέους από την Ελλάδα.
Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στη συμπεριφορά των επενδυτών.
Η Ελλάδα δανείζεται πλέον με ευνοϊκότερους όρους από την Ιταλία και τη Γαλλία, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών αγορών στις δημοσιονομικές προοπτικές της.
Στην εικόνα αυτή συμβάλλει και η πολιτική σταθερότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυβερνά με αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για περισσότερα από επτά χρόνια.
Οι μεταρρυθμίσεις πίσω από την ελληνική ανάκαμψη
Η δημοσιονομική βελτίωση της Ελλάδας δεν αποδίδεται αποκλειστικά στη λιτότητα ή στις αυξήσεις φόρων που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο της κρίσης. Σύμφωνα με τον Σμίντινγκ, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που στόχευσαν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.
«Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν οι μεταρρυθμίσεις από την πλευρά της προσφοράς, ώστε η χώρα να γίνει πιο ελκυστική για παραγωγικές επενδύσεις», αναφέρει.
Στις σημαντικότερες παρεμβάσεις συγκαταλέγει τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, την κατάργηση περιοριστικών ρυθμίσεων και ιδιαίτερα τις αλλαγές στην αγορά εργασίας.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές έδωσαν, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, μεγαλύτερη ευελιξία τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους εργαζομένους.
Το νέο πλαίσιο επιτρέπει στους εργαζομένους, σε εθελοντική βάση, να απασχολούνται έως και έξι ημέρες την εβδομάδα, ενώ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις είναι δυνατή ακόμη και η εργασία έως 13 ώρες ημερησίως.
Παράλληλα, η νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα κατανομής του κανονικού εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών σε τέσσερις ημέρες. Σύμφωνα με στοιχεία της ελληνικής κυβέρνησης, την περίοδο 2019-2025 δημιουργήθηκαν συνολικά 563.000 νέες θέσεις εργασίας.
Από το έλλειμμα 15,4% στο δημοσιονομικό πλεόνασμα
Η δημοσιονομική μεταστροφή της Ελλάδας γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή εάν συγκριθεί με τα δεδομένα της προηγούμενης δεκαετίας.
Το 2009, η Ελλάδα κατέγραψε δημοσιονομικό έλλειμμα 15,4% του ΑΕΠ, το μεγαλύτερο που είχε σημειωθεί έως τότε στην Ευρωζώνη.
Πέρυσι, αντίθετα, συγκαταλεγόταν στις μόλις πέντε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εμφάνισαν δημοσιονομικό πλεόνασμα.
Ο Αλεξάντερ Kρητικός, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW), αποδίδει τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών σε δύο βασικούς παράγοντες.
«Οι δύο σημαντικότεροι παράγοντες επιτυχίας για τη δημοσιονομική εξυγίανση της Ελλάδας ήταν, από την πλευρά των δαπανών, η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και, από την πλευρά των εσόδων, η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης», εξηγεί.
Πρόκειται για δύο τομείς στους οποίους εφαρμόστηκαν σημαντικές αλλαγές, με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη λειτουργία του κράτους και στη διαχείριση των δημόσιων πόρων.
Το συνταξιοδοτικό και η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής
Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος αποτέλεσε μία από τις δυσκολότερες παρεμβάσεις της περιόδου της κρίσης. Το προηγούμενο σύστημα βρισκόταν αντιμέτωπο με τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης και απαιτούσε δραστικές αλλαγές για τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του.
Στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων, οι συντάξεις μειώθηκαν, τα νόμιμα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης αυξήθηκαν και θεσπίστηκε η σύνδεσή τους με το στατιστικό προσδόκιμο ζωής.
Η βασική αρχή είναι ότι, εφόσον αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, θα αυξάνεται αντίστοιχα και το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης.
Σήμερα, το γενικό όριο διαμορφώνεται στα 67 έτη με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης.
Οι ειδικοί αξιολογούν ιδιαίτερα θετικά τη σύνδεση του ορίου ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής, καθώς εκτιμούν ότι περιορίζει την επίδραση των βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα.
Με τον τρόπο αυτό, οι αποφάσεις για τα όρια συνταξιοδότησης συνδέονται περισσότερο με τις δημογραφικές εξελίξεις και λιγότερο με τις εκάστοτε εκλογικές προτεραιότητες.
Η ψηφιοποίηση της εφορίας και το πλήγμα στη φοροδιαφυγή
Εξίσου σημαντικές θεωρούνται οι αλλαγές στην πλευρά των κρατικών εσόδων.
Ο Κρητικός υπογραμμίζει ότι η ψηφιοποίηση του φορολογικού μηχανισμού αποτελεί παράδειγμα που μπορούν να ακολουθήσουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
«Και από τις μεταρρυθμίσεις στην πλευρά των εσόδων μπορούν να διδαχθούν άλλες χώρες», αναφέρει, επισημαίνοντας ιδιαίτερα την ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης.
«Αποδείχθηκε αποτελεσματικό όπλο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής», τονίζει.
Η βελτίωση αποτυπώνεται στα στοιχεία για το κενό ΦΠΑ, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στα φορολογικά έσοδα που θα έπρεπε να εισπράττει το κράτος και στα ποσά που τελικά καταβάλλονται.
Μέσα σε μία δεκαετία, το συγκεκριμένο κενό περιορίστηκε από το 30% σε λιγότερο από 9%, καταγράφοντας σημαντική πρόοδο στην αποτελεσματικότητα των φορολογικών εισπράξεων.
Η μεταρρύθμιση αυτή έχει προσελκύσει και το ενδιαφέρον διεθνών οικονομικών οργανισμών.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) κάνει λόγο για μια «εντυπωσιακή μεταστροφή» της ελληνικής οικονομίας.
Μάλιστα, χαρακτηρίζει τη μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης «μία από τις αθόρυβες κινητήριες δυνάμεις πίσω από τη συνολική οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας».
Σύμφωνα με το Ταμείο, η ελληνική εμπειρία αποτελεί «πολύτιμο δίδαγμα για άλλες χώρες που επιδιώκουν φορολογικές μεταρρυθμίσεις».
Το gov.gr και τα 2,7 δισεκατομμύρια ψηφιακές συναλλαγές
Η ψηφιακή μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους δεν περιορίστηκε στη φορολογική διοίκηση. Αντίθετα, επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος της καθημερινής συναλλαγής πολιτών και επιχειρήσεων με τις δημόσιες υπηρεσίες.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραμάτισε η ηλεκτρονική πλατφόρμα gov.gr, η οποία τέθηκε σε λειτουργία το 2020.
Μέσω της ενιαίας ψηφιακής πύλης, πολίτες και επιχειρήσεις μπορούν πλέον να αξιοποιούν 2.279 δημόσιες υπηρεσίες μέσω διαδικτύου, χωρίς να χρειάζεται να επισκέπτονται αυτοπροσώπως τις αρμόδιες αρχές.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ψηφιακό κέντρο εξυπηρέτησης, το οποίο έχει αντικαταστήσει μεγάλο μέρος των παραδοσιακών γραφειοκρατικών διαδικασιών.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, το 2025 πραγματοποιήθηκαν περίπου 2,7 δισεκατομμύρια ψηφιακές συναλλαγές μέσω των δημόσιων ηλεκτρονικών υπηρεσιών.
Η αύξηση της χρήσης των ψηφιακών εργαλείων συνοδεύτηκε από σημαντική βελτίωση στους χρόνους διεκπεραίωσης.
Όπως αναφέρει η κυβέρνηση, ο απαιτούμενος χρόνος επεξεργασίας των διαδικασιών μειώθηκε κατά 88%, ενώ η ετήσια εξοικονόμηση πόρων ανέρχεται σε 312 εκατ. ευρώ.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος εισήγαγε την πλατφόρμα το 2020 ως υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, θεωρεί ότι η επιτυχία του εγχειρήματος αποδεικνύει πως η Ελλάδα μπορεί να ξεπεράσει διαχρονικές παθογένειες.
Όπως επισημαίνει, η εξέλιξη αυτή δείχνει «ότι η χώρα μας μπορεί να μετατρέψει μακροχρόνιες αδυναμίες σε πλεονεκτήματα».
Το παράδοξο της Ελλάδας και το «καρφί» προς τη Γερμανία
Η ελληνική κρίση χρέους υποχρέωσε τις κυβερνήσεις της χώρας να λάβουν αποφάσεις που επί σειρά ετών αποφεύγονταν λόγω του πολιτικού κόστους.
Οι μεταρρυθμίσεις στις συντάξεις, στη φορολογία και στις δημόσιες δαπάνες εφαρμόστηκαν σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα αυστηρής δημοσιονομικής εποπτείας και έντονων πιέσεων από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ωστόσο, η σημερινή οικονομική εικόνα της Ελλάδας έχει δημιουργήσει ένα αξιοσημείωτο παράδοξο.
Η χώρα που πριν από περίπου 15 χρόνια δεχόταν αυστηρές συστάσεις από τη Γερμανία για μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική πειθαρχία εμφανίζεται σήμερα ως παράδειγμα για την ίδια τη γερμανική οικονομία.
Ο Αλεξάντερ Κρητικός θεωρεί ότι ακριβώς σε αυτή την αντιστροφή των ρόλων βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της ελληνικής εμπειρίας.
«Δεν στερείται ειρωνείας το γεγονός ότι η Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης, αναγκάστηκε να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις κυρίως υπό τη μαζική πίεση της τότε γερμανικής κυβέρνησης, μεταρρυθμίσεις τις οποίες η ίδια η Γερμανία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποφεύγει», υπογραμμίζει.
Η επισήμανση αυτή συνοψίζει τη διαφορετική εικόνα που παρουσιάζει πλέον η Ευρώπη: η Ελλάδα, άλλοτε συνώνυμο της δημοσιονομικής κρίσης, προβάλλεται σήμερα ως παράδειγμα οικονομικής προσαρμογής, την ώρα που μεγαλύτερες και ισχυρότερες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τις δικές τους προκλήσεις.
