Ένα από τα πιο εκρηκτικά φορολογικά μέτρα της χρονιάς, την υποχρεωτική ηλεκτρονική εξόφληση των αντικαταβολών στα δέματα των courier, έφερε σε δημόσια διαβούλευση η κυβέρνηση, πριν την αποσύρει τελικά από το σχέδιο νόμου που κατέθεσε προς ψήφιση στη Βουλή.
Η διάταξη που δεν έγινε νόμος αποσύρθηκε, όχι επειδή ήταν τεχνικά αδύνατο να εφαρμοστεί, ούτε επειδή της έλειπε «φορολογική» λογική. Κατέπεσε στη διαβούλευση επειδή, μέσα σε λίγες μέρες, γύρω από τα άρθρα 299 και 300 διαμορφώθηκε ένα ασυνήθιστα αντιφατικό πεδίο σύγκρουσης: πολίτες που αντιμάχονται την ψηφιοποίηση της καθημερινότητάς τους, υποστηρικτές της κατάργησης των μετρητών, καταναλωτές που φοβήθηκαν το κόστος και τον ψηφιακό αποκλεισμό (λόγω ηλικίας ή έλλειψης πρόσβασης), επιχειρήσεις που ζητούσαν ίσους κανόνες αλλά θεωρούσαν άδικη ή δυσανάλογη τη ρύθμιση… Η αντιπαράθεση απόψεων και επιχειρημάτων δίχασε ακόμα και τις επιχειρήσεις του κλάδου, αν και μόνο ένας μεγάλος κλάδος ταχυμεταφορών στήριξε τη ρύθμιση ανοιχτά.
Ένα μέτρο, η μισή διαβούλευση!
Η ένταση φαίνεται πρώτα από τα νούμερα: από τα 403 σχόλια που καταγράφηκαν στη διαβούλευση στα 376 άρθρα του νομοσχεδίου, τα 165 αφορούσαν στο επίμαχο άρθρο 299 που αφορούσε την ουσία του μέτρου, καθώς και άλλα 9 στο άρθρο 300 που αφορούσε τις κυρώσεις στους παραβάτες.
Με άλλα λόγια, σχεδόν 1 στα 2 σχόλια της συνολικής διαβούλευσης (τα 174 στα 403) δεν αφορούσε κάποια από τις δεκάδες διατάξεις για δάνεια, πιστώσεις, κεφαλαιαγορά ή εποπτεία, αλλά μία μόνο ρύθμιση για τα μετρητά στην παράδοση δεμάτων
Στα σχόλια της διαβούλευσης τα οποία αναφέρονται ρητώς στα άρθρα 299 και 300, στην αντικαταβολή στους courier χωρίς μετρητά κατά την παράδοση, 2 στα 3 ήταν κατά της ρύθμισης και ζητούσαν την απόσυρση ή ουσιαστική τροποποίησή της, 1 στα 3 ήταν υπέρ, ενώ ελάχιστα ήταν ουδέτερα ή έθεταν απλώς τεχνικά ερωτήματα.
Η αναλογία αυτή δεν αποτυπώνει απαραίτητα την απήχηση του μέτρου -καθώς είθισται στη δημόσια διαβούλευση να μπαίνουν στη διαδικασία να σχολιάζουν κυρίως όσοι αντιδρούν και θέλουν να αποτρέψουν μια νομοθετική παρέμβαση όπως η προκειμένη- ενώ, από την άλλη, κάποια (αρνητικά)) σχόλια ίσως δεν απερρίφθησαν και δεν καταγράφηκαν , αν δεν τηρούσαν κάποια μίνιμουμ όρια ευπρέπειας ή ηθικής.
Ωστόσο η αναλογία αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια τη διάθεση του δημόσιου διαλόγου που προηγήθηκε της απόσυρσης: μια ρύθμιση που θεωρητικά είχε μεν λογική, αλλά δεν κατάφερε να κερδίσει κοινωνική και επιχειρηματική αποδοχή.
Τι ακριβώς προέβλεπε η διάταξη
Η λογική της ρύθμισης ήταν ξεκάθαρη. Το άρθρο 299 προέβλεπε ότι οι αντικαταβολές μέσω εταιρειών ταχυμεταφοράς θα εξοφλούνταν υποχρεωτικά με κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής, ανεξαρτήτως ποσού. Το άρθρο 300 προέβλεπε πρόστιμο στην επιχείρηση ταχυμεταφοράς που θα δεχόταν μετρητά, ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.
Δεν καταργούνταν η αντικαταβολή ως υπηρεσία. Ο καταναλωτής θα μπορούσε να πληρώσει όταν παραλάμβανε το δέμα, αλλά όχι με χαρτονομίσματα. Η αλλαγή αφορούσε αποκλειστικά το μέσο εξόφλησης: αντί για μετρητά, κάρτα, κινητό ή IRIS.
Η φορολογική λογική του μέτρου
Το σκεπτικό του μέτρου ήταν ότι χτυπάει τη φοροδιαφυγή και τον αθέμιτο ανταγωνισμό στην αγορά. Η αντικαταβολή με μετρητά λειτουργεί ως κανάλι εισπράξεων που, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν συνδέεται επαρκώς με απόδειξη, ΦΠΑ και δηλωμένη επαγγελματική δραστηριότητα.
Οι υποστηρικτές του μέτρου έθεσαν στο επίκεντρο τους πωλητές που δραστηριοποιούνται μέσω social media, τηλεοπτικών διαφημίσεων ή ανεπίσημων ηλεκτρονικών καταστημάτων, στέλνουν δέματα ως ιδιώτες και εισπράττουν μετρητά μέσω του διανομέα. «Όσοι πουλάνε μέσω ίντερνετ και social media χωρίς δηλωμένη επιχείρηση στέλνουν δέματα ως ιδιώτες, εισπράττουν μετρητά μέσω του διανομέα και δεν εμφανίζονται πουθενά», έγραψε χαρακτηριστικά σχολιάστρια υπέρ της ρύθμισης.
Το δεύτερο επιχείρημα υπέρ του μέτρου, ήταν το κόστος των «απαράδεκτων» παραγγελιών και επιστροφών. Ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών καταστημάτων περιέγραψαν τα επιστρεφόμενα δέματα ως σημαντικό λειτουργικό έξοδο και υποστήριξαν ότι η ηλεκτρονική εξόφληση θα καθιστούσε τις παραγγελίες πιο υπεύθυνες.
Το τρίτο επιχείρημα αφορούσε την προστασία του καταναλωτή: με κάρτα ή κινητό υπάρχει καταγραφή, αποδεικτικό και δυνατότητα επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση απάτης. Επιπλέον, οι διανομείς δεν θα κυκλοφορούσαν με μετρητά, μειώνοντας τον κίνδυνο ληστείας ή απώλειας.
Το νομικό επιχείρημα των επικριτών
Οι αντιρρήσεις ήταν επίσης πιο πολυάριθμες και αρκετές πολύ δομημένες.
Το βασικό νομικό επιχείρημα ήταν η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Οι επικριτές έθεταν το εξής παράδοξο: ένας πολίτης μπορεί να αγοράσει με μετρητά προϊόν 499 ευρώ σε φυσικό κατάστημα, αλλά δεν θα μπορούσε να πληρώσει με μετρητά αντικαταβολή 5 ευρώ στην πόρτα του.
Το μέτρο, υποστήριζαν άλλοι, δεν κρίνει τον κίνδυνο ή το ύψος της συναλλαγής, αλλά στιγματίζει ολόκληρο κανάλι πληρωμής. «Η γενική υπόνοια ότι “στα courier γίνεται φοροδιαφυγή” δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή επιστημονική ή νομική τεκμηρίωση για την επιβολή καθολικής απαγόρευσης», σημείωνε χαρακτηριστικό σχόλιο που ζητούσε την πλήρη απόσυρση των άρθρων 299 και 300.
Οι επικριτές ζητούσαν στοιχεία για το μέγεθος της παραοικονομίας στο συγκεκριμένο κανάλι και γιατί δεν αρκούν λιγότερο δραστικά εργαλεία, όπως οι έλεγχοι, το myDATA και οι διασταυρώσεις στοιχείων αποστολών και εισπράξεων. Υπενθύμιζαν επίσης ότι τα μετρητά παραμένουν νόμιμο χρήμα και ότι μια καθολική απαγόρευση, ακόμη και για μικροποσά, άνοιγε ερώτημα νομιμότητας και αναλογικότητας.
Το κοινωνικό επιχείρημα
Υπήρχε και η κοινωνική διάσταση. Ηλικιωμένοι, άτομα χωρίς τραπεζικό λογαριασμό ή κάρτα, κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών και όσοι δεν χρησιμοποιούν smartphone θα αντιμετώπιζαν πρακτικό εμπόδιο.
«Πώς θα πληρώνει ο συνταξιούχος που παίρνει μετρητά μια σύνταξη των 300 ευρώ μέσω ταχυδρομείου;», ρωτούσε χαρακτηριστικά σχολιαστής. Άλλοι επικαλούνταν τεχνικές βλάβες POS, έλλειψη σήματος, προμήθειες τραπεζών και την αδυναμία να πληρώσει κάποιος συγγενής για λογαριασμό του παραλήπτη.
Το επιχείρημα δεν ήταν ότι η κάρτα είναι δύσκολη για όλους. Ήταν ότι η υποχρέωση δεν πρέπει να αντικαθιστά την επιλογή, ειδικά όταν το μέτρο αγγίζει καθημερινές, μικρές συναλλαγές.
Διχασμένη η αγορά
Η σύγκρουση όμως δεν ήταν μόνο μεταξύ πολιτών. Στη διαβούλευση τοποθετήθηκαν επώνυμα και οι μεγάλες επιχειρήσεις της αγοράς, με αποτέλεσμα να φανεί ότι δεν υπήρχε ενιαίο επιχειρηματικό αίτημα για το μέτρο.
Η SPEEDEX ήταν η σαφέστερη υποστηρικτής. Η εταιρεία ταχυμεταφορών ζητούσε ρητά τη διατήρηση και ψήφιση του άρθρου 299, χαρακτηρίζοντάς το «σημαντική διαρθρωτική παρέμβαση» για τον εκσυγχρονισμό του κλάδου. Επικαλούνταν το κόστος συγκέντρωσης, μεταφοράς, φύλαξης, καταμέτρησης και απόδοσης των μετρητών, καθώς και τους κινδύνους που συνεπάγεται η διαχείρισή τους.
Αντίθετα, η ACS αναγνώριζε τον στόχο της φορολογικής συμμόρφωσης, αλλά θεωρούσε τις διατάξεις «μη πρόσφορες» και άνισες. Η εταιρεία υπογράμμιζε ότι το μέτρο εισάγει διάκριση ανάλογα με το κανάλι παράδοσης και άνοιγε ζητήματα ευθύνης μεταξύ πωλητή, courier, συνεργάτη και καταναλωτή.
Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, μέσω του αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου Μάριου Τέμπου Καλογερά, ζητούσαν τεκμηρίωση της ανάγκης απόκλισης από τον γενικό κανόνα των 500 ευρώ για πληρωμές με μετρητά, εξαιρέσεις για τεχνική αδυναμία και πιο αναλογικές κυρώσεις για παραβάσεις.
Πλατφόρμες και δίκτυα παράδοσης
Η Skroutz από την άλλη, η οποία λειτουργεί τόσο ως πλατφόρμα όσο και μέσω θυγατρικής ως εταιρεία ταχυμεταφορών, δέχονταν τον στόχο της διαφάνειας στις φορολογικές υποχρεώσεις, αλλά ανέφερε ότι η ρύθμιση επιβαρύνει αποκλειστικά το ηλεκτρονικό εμπόριο. Το ίδιο προϊόν και η ίδια τιμή μπορούσε να εξοφληθεί με μετρητά στο φυσικό κατάστημα ή με click & collect έως 500 ευρώ, αλλά όχι με αντικαταβολή μέσω courier, ακόμη και για 5 ευρώ.
Η Clever Point, που διαχειρίζεται δίκτυο άνω των 800 σημείων παράδοσης, υποστήριζε επίσης τον στόχο αλλά χαρακτήριζε το μέτρο δυσανάλογο και επιβαρυντικό για τις επιχειρήσεις, τους συνεργάτες και τους καταναλωτές. Η εταιρεία έθεσε ιδιαίτερα το ζήτημα του προστίμου που ανέρχεται στο διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.
Η πλατφόρμα efood υποστήριζε μεν την ψηφιοποίηση και τη φορολογική διαφάνεια, αλλά ζητούσε ρητή εξαίρεση για τις παραγγελίες φαγητού, τροφίμων, supermarket και λιανικής. Η εταιρεία αμφισβητούσε επίσης το πρόστιμο του διπλάσιου της αξίας της συναλλαγής ως δυσανάλογο για μικρές παραγγελίες.
Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GR.EC.A.) έκανε λόγο για «σοβαρές επιφυλάξεις» ως προς την αναγκαιότητα, την αναλογικότητα και τις επιπτώσεις της ρύθμισης, ζητώντας τεκμηρίωση και ουσιαστικό διάλογο πριν από οποιαδήποτε νομοθέτηση.
Γιατί αφαιρέθηκε η διάταξη
Αυτό ήταν ίσως το καθοριστικό στοιχείο. Το μέτρο δεν αντιμετώπισε απλώς και μόνο την κοινωνική αντίδραση υπέρ ή κατά των μετρητών. Αντιμετώπισε και μια αγορά που, αν και δεν αρνούνταν τον στόχο της φοροδιαφάνειας, θεωρούσε το μέτρο προβληματικό στην εφαρμογή του.
Η SPEEDEX έδωσε μεν κάλυψη από μεριάς της, αλλά ACS, Skroutz, Clever Point, efood, ΕΛΤΑ και GR.EC.A. το αποδυνάμωσαν θεσμικά. Όταν ακόμη και φορείς που συμφωνούν με τον στόχο ζητούν ανασχεδιασμό, το επιχείρημα ότι πρόκειται για απλή, ώριμη τεχνική ρύθμιση δείχνει ότι πάσχει.
Η απόσυρση, επομένως, δεν ήταν απλώς μια τακτική υποχώρηση απέναντι στα social media ή στους υποστηρικτές των μετρητών. Ήταν το αποτέλεσμα μιας τριπλής πίεσης: πολλά αρνητικά σχόλια έναντι λιγότερων θετικών στο γενικό σύνολο, νομικές ενστάσεις για αναλογικότητα και νόμιμο χρήμα, αλλά και επιχειρηματικές αντιρρήσεις από κορυφαίους παίκτες της αγοράς παράδοσης και ηλεκτρονικού εμπορίου.
Στο «δια ταύτα» το συμπέρασμα είναι ότι η ψηφιοποίηση των πληρωμών μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν προσφέρει σαφές όφελος, διατηρεί εναλλακτικές και κατανέμει δίκαια το κόστος. Όταν όμως επιβάλλεται χωρίς όριο, χωρίς πλήρη τεκμηρίωση ή με κυρώσεις που θεωρούνται δυσανάλογες, δεν ξυπνά απλώς αντιστάσεις, αλλά προσκρούει σε μια ευρύτερη κοινωνική και επιχειρηματική γραμμή άμυνας , για τη χρήση των μετρητών.
