Οι δηλώσεις Βαρουφάκη για την αποπληρωμή των ομολόγων της ΕΚΤ αναδεικνύουν και το DNA της τελικής ευθείας της διαπραγμάτευσης. Τι πιστεύει κατά βάθος ο υπουργός Οικονομικών ότι μπορεί να γίνει με τα ομόλογα, που αποτελούν και το τείχος της υποχρέωσης τον Ιούλιο και τον Αύγουστο;
Κατά πρώτον, επανέλαβε τα περί perpetual bond, δηλαδή ένα ομόλογο που θα ανανεώνεται στο διηνεκές, ενώ όπως είχε αναφέρει κατά την έναρξη της διαπραγμάτευσης ο Ντράγκι δεν επρόκειτο να δεχτεί. Δεν υπάρχει περίπτωση η ΕΚΤ να κάνει τέτοια έκπτωση σε κανένα κράτος-μέλος και για οιονδήποτε λόγο.
Είναι όμως ενδεικτικό ότι υποσυνείδητα ο Βαρουφάκης ξέρει ότι πρέπει πάση θυσία να αποφύγει την πληρωμή ή να την εξασφαλίσει. Αυτό σημαίνει ότι με την ταχύτητα που ο χρόνος κυλάει δεν φτάνουν πια τα 3 δισ. γιατί η πρώτη έστω συνθήκη θα πρέπει να καλύπτει και τις θερινές ανάγκες των 7 δισ. της ΕΚΤ.
Ακόμα και αν επικρατήσουν οι πολιτικές αποφάσεις, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί συμφωνία για το Ασφαλιστικό μέσα στον εναπομείναντα χρόνο. Αρα η λογική λέει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να καταλήξει σε μια συμφωνία σπαστή, η οποία θα απελευθερώνει κεφάλαια ανάλογα με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.
Εάν αυτό -θεωρητικά πάντα- μπορεί να είναι το ευσταθές σενάριο, το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μια συμφωνία θα περάσει από τη Βουλή. Εκεί τα σενάρια είναι πολλά και αυτά που συζητά η αγορά ακόμα περισσότερα. Δεν είναι απίθανο όμως μια συμφωνία να υπερψηφιστεί από περισσότερους από 220 βουλευτές, εξασφαλίζοντας αυτό που θέλουν οι πιστωτές. Αν δεν ανοίξει και ένα νέο πολιτικό κεφάλαιο, τότε οι εταίροι είναι πολύ πιθανό ότι θα έχουν ολοκληρώσει έναν βασικό στόχο τους.
Ωστόσο, πέραν του πολιτικού ανταγωνισμού, η χώρα χρειάζεται κυβερνησιμότητα. Και η κυβερνησιμότητα συνοψίζεται σε νορμάλ ροή χρήματος στην οικονομία, επενδύσεις, ανάκαμψη, πτώση της ανεργίας. Ολα αυτά βρίσκονται πια σε αντεστραμμένη πορεία και φθίνουν πολύ γρήγορα. Μπορεί πολιτικά οι προτεραιότητες της διαπραγμάτευσης να έχουν τη σημασία τους, όμως την ίδια ώρα το έδαφος που χάνεται είναι πολύ μεγάλο.
Και κυρίως εντείνονται οι αμφιβολίες για τη δυνατότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα που θα συνδυάσει τις δικές της προτεραιότητες με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αυτό δεν αφορά μόνο μέτρα που έχουν να κάνουν με τα Εργασιακά, το Ασφαλιστικό ή τη φορολογία. Αφορά μια σειρά ζητημάτων που έχουν να κάνουν με την ενέργεια, τον τομέα των έργων, τη συγκρότηση αναπτυξιακών σχεδίων που θα προσελκύσουν κεφάλαια και θα αλλάξουν τη σημερινή μιζέρια.
Συμφωνώ απόλυτα με αυτά που δήλωσε ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης την περασμένη εβδομάδα, στο πλαίσιο της προσέγγισης της τράπεζας των BRICS. Ναι, η πολιτική του ΔΝΤ απέτυχε, όπως και πολλές από τις προτεραιότητες των δύο πρώτων μνημονίων. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάμε στο άλλο άκρο, εκτός Ευρώπης, με άρνηση σε όλα και κρατισμό μέχρι τελευταίας ρανίδας.
Αυτό δεν το έχει λύσει ακόμα ο ΣΥΡΙΖΑ και είναι οφθαλμοφανές. Πολιτική συμφωνία χρειάζεται και πολιτικές αποφάσεις σε αρχηγικό επίπεδο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.