© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Εντονος προβληματισμός επικρατεί στον κατασκευαστικό κλάδο σχετικά με τις επιπτώσεις της νέας ενεργειακής αναταραχής που συνδέεται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι δεν έχουν προχωρήσει ακόμη σε σχετική «άσκηση» υπολογισμού της επιβάρυνσης που προκαλεί η άνοδος των τιμών ενέργειας και καυσίμων στα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρακολουθώντας όμως στενά τις διακυμάνσεις των τιμών για να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις στον κλάδο των κατασκευών. Το γεγονός αυτό εντείνει τον προβληματισμό σε έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί υπό πίεση λόγω διαδοχικών κρίσεων τα τελευταία χρόνια.
Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς -όπως επισημαίνεται- στις περισσότερες συμβάσεις δημοσίων έργων αλλά και σε συμβάσεις παραχώρησης δεν υπάρχει σαφής πρόβλεψη που να καλύπτει έκτακτες συνθήκες τέτοιου τύπου, ώστε να μπορούν οι ανάδοχοι να διεκδικήσουν αποζημιώσεις εκ των υστέρων. Ως αποτέλεσμα, οι εταιρείες βρίσκονται εκτεθειμένες σε απρόβλεπτες αυξήσεις κόστους. Παρά το γεγονός ότι το κόστος καυσίμων εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 30% του συνολικού κόστους κατασκευής, οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται μόνο εκεί. Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και στις πρώτες ύλες, όπως η άσφαλτος, ο χάλυβας και το αλουμίνιο αλλά και στα παράγωγα του πετρελαίου όπως πλαστικά και μεμβράνες επιβαρύνοντας περαιτέρω τους προϋπολογισμούς των έργων. Επιπλέον, η εφοδιαστική αλυσίδα εξακολουθεί να δέχεται πιέσεις, ιδίως υπό το βάρος γεωπολιτικών κινδύνων και διαταραχών σε βασικές θαλάσσιες οδούς μεταφοράς.
Η σημερινή συγκυρία έρχεται να προστεθεί στις ήδη σημαντικές επιπτώσεις που είχε προκαλέσει η προηγούμενη κρίση λόγω της πανδημίας και κυρίως του πολέμου στην Ουκρανία, που οδήγησε σε εκτεταμένες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, καυσίμων, μεταφορών και υλικών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απουσία πρόβλεψης στις συμβάσεις οδήγησε ακόμη και σε προσφυγές σε διαιτησία.
Χαρακτηριστική είναι περίπτωση έργου όπου, ελλείψει σαφούς μηχανισμού αναπροσαρμογής τιμών, ο ανάδοχος αναγκάστηκε να κινηθεί νομικά. Μέσω της διαδικασίας διαιτησίας εγκρίθηκε αποζημίωση περίπου 54 εκατ. ευρώ σε σύνολο προϋπολογισμού 290 εκατ. ευρώ, ποσό που αποδίδεται κατά κύριο λόγο στις επιπτώσεις της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης και της πανδημίας.
Παρά το γεγονός ότι στα δημόσια έργα προβλέπονται μηχανισμοί αναθεώρησης τιμών, το βασικό ζήτημα εντοπίζεται στην καθυστέρηση επικαιροποίησης των σχετικών συντελεστών. Πρόσφατα ανακοινώθηκε από το υπουργείο Υποδομών η σύσταση ομάδας εργασίας, με στόχο την προσαρμογή τους στις σύγχρονες συνθήκες της αγοράς. Ωστόσο, παράγοντες του κλάδου εκφράζουν επιφυλάξεις, επισημαίνοντας ότι αν η επικαιροποίηση περιοριστεί σε παλαιότερα τρίμηνα, δεν θα αποτυπώνει την πραγματική ένταση των ανατιμήσεων.
Μέχρι στιγμής, η γενική στάση που καταγράφεται είναι ότι οι αυξήσεις δεν θεωρούνται επαρκής λόγος ενεργοποίησης ρητρών αποζημίωσης, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει αν οι εταιρείες θα κινηθούν πιο συντονισμένα προς τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ή αν θα συνεχίσουν να απορροφούν το αυξημένο κόστος, σε ένα περιβάλλον που παραμένει ιδιαίτερα ρευστό και αβέβαιο.
Διαβάστε ακόμη
Πότε θα πετάξουν (επιτέλους) τα υδροπλάνα;
Ιράν: Πώς μετατρέπει την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο σε οικονομικό εργαλείο και έσοδα
Ρεύμα: Σε… καθοδικό σπιράλ το Χρηματιστήριο Ενέργειας με τιμές προ κρίσης (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.