Η νέα ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να δεχθεί παράταση του υπάρχοντος προγράμματος και να μην αναμένει ότι οι εταίροι της μπορούν να δεχθούν η να κατανοήσουν τις «μη εφαρμόσιμες υποσχέσεις που έδωσε στους ψηφοφόρους πριν των εκλογών», σύμφωνα με report της Berenberg.
Σημειώνεται ότι το report δημοσιοποιήθηκε μετά τόσο την κατάθεση της νέας ελληνικής πρότασης, όσο και της σχεδόν άμεσης απόρριψής της από το Βερολίνο.
Κατά τον οίκο «η Ελλάδα έχει κάνει κάποια βήματα αλλά όχι αρκετά. Εξακολουθεί να επιμένει για δύο βασικά ζητήματα. Πρώτον δεν αποδέχεται το τρέχον πρόγραμμα που έχει υπογράψει να αποτελέσει βάση για την όλη διαπραγμάτευση και δεύτερον μάλλον επιθυμεί να απαγκιστρωθεί από ορισμένες βασικές δεσμεύσεις του προγράμματος που έχει, ήδη, υπογράψει η ελληνική πλευρά».
Οι αναλυτές του οίκου υποστηρίζουν ότι η ελληνική πλευρά κάνει λάθος σε δύο σημεία. Πιστεύει ότι και οι δύο πλευρές (και η δική της και αυτή των Ευρωπαίων) πρέπει να κάνουν υποχωρήσεις και να συναντηθούν κάπου στη μέση του δρόμου, προκειμένου να υπάρξει συμβιβασμός. Αντίθετα οι περισσότεροι άλλοι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι αυτοί που θέλει να αλλάξει τους κανόνες, κάτι με το οποίο δεν συμφωνούν.
Δεύτερον η Ελλάδα φαίνεται να θεωρεί ότι ο βασικός της συνομιλητής είναι η Κομισιόν. Στην ουσία, όμως, συνομιλεί με τους 18 υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, οι οποίοι θα πρέπει να «περάσουν» από τα εθνικά τους κοινοβούλια μία νέα συμφωνία.
Κατά την Berenberg στην Ελλάδα τελειώνει τόσο ο χρόνος όσο και τα χρήματα. Ίσως, λοιπόν, το καλύτερο είναι να δεχθεί ως βάση διαπραγμάτευσης το υπάρχον πρόβλημα. Καταλήγοντας ο οίκος υποστηρίζει ότι το πιθανότερο είναι ότι έστω και την τελευταία στιγμή θα υπάρξει κάποιου είδους συμφωνία, με το ενδεχόμενο Grexit να έχει, πάντως, αυξηθεί στο 35% από τότε που ανέλαβε την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.