Του Στέλιου Μορφίδη
(Upd 13.45) Με το ερώτημα εάν τελικά ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να εξελιχθεί σε Λούλα ντα Σίλβα, τον αριστερό πρώην Πρόεδρο της Βραζιλίας που ενώ οι αγορές φοβόντουσαν στην αρχή κατάφερε να οδηγήσει σε άνθηση τη βραζιλιάνικη οικονομία η BofA Merrill Lynch επιχειρεί σήμερα με έκθεση της να εξετάσει τις προοπτικές των σχέσεων της τρόικας και μίας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Ο επικεφαλής αναλυτής Αθ. Βαμβακίδης, βλέπει περιθώρια για συμβιβασμό με τους εταίρους πιστωτές την επαύριο των εκλογών αν και σπεύδει να τονίσει πως όλα θα εξαρτηθούν απ’ την πολιτική θέληση του ΣΥΡΙΖΑ να προωθήσει μεταρρυθμίσεις κλειδιά.
Στην έκθεση τονίζει ότι η νέα κυβέρνηση και η τρόικα θα έχουν πολύ ισχυρά κίνητρα για να αποφύγουν ακραίες καταστάσεις, αν και παραδέχεται ότι οι διαπραγματεύσεις θα είναι πολύ δύσκολες και θα πυροδοτήσουν νέα αύξηση της μεταβλητότητας της αγοράς ενώ τα ρίσκα θα παραμείνουν υψηλά για το περισσότερο μέρος του α’ εξαμήνου της χρονιάς.
Προϋποθέσεις
Προκειμένου να υπάρξει ένα θετικό αποτέλεσμα στις διαπραγματεύσεις, σύμφωνα με την BofA, πρέπει να υπάρξουν τρεις προϋποθέσεις:
1. Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου να βγάλουν κυβέρνηση, πιθανόν κυβέρνηση συνεργασίας. Μία αποτυχία θα οδηγούσε σε δεύτερες εκλογές στις αρχές Μαρτίου και θα επέτεινε την αβεβαιότητα. Επίσης ο σχηματισμός αυτοδύναμης κυβέρνησης θα ήταν αρνητική, αφού η μικρή πλειοψηφία θα ήταν εύθραυστη.
2. Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να επιδείξει πολύ γρήγορα μία ισχυρή δέσμευση να φθάσει σε συμφωνία με την τρόικα. Αυτό είναι απαραίτητο για την υπόλοιπη Ευρωζώνη ώστε να παρατείνει το τρέχον πρόγραμμα πέρα από το Φεβρουάριο, ώστε να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος για διαπραγματεύσεις αλλά και για να συνεχιστεί η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ.
3. Οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με την τρόικα πιθανόν να χρειαστεί να βρει ένα κοινό έδαφος το οποίο θα είναι πολιτικά αποδεκτό τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η νέα Βουλή θα πρέπει να εγκρίνει μία συμφωνία που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι διαφορετική σε σχέση με τις προεκλογικές υποσχέσεις. Επίσης τα εθνικά Κοινοβούλια των χωρών μελών της Ευρωζώνης θα πρέπει να εγκρίνουν μία συμφωνία που θα προσφέρει μεγαλύτερη βοήθεια στην Ελλάδα, αλλά θα υπόκειται σε αξιόπιστους όρους και προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με την BofA η Ελλάδα έχει ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη εντός του προγράμματος με την τρόικα, αφού πάνω από το 80% των δανείων το κατέχει σήμερα ο επίσημος Τομέας. Ωστόσο η Ελλάδα χάνει τη διαπραγματευτική της ισχύ εάν η κυβέρνηση εμφανιστεί ως μη πρόθυμη να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις κλειδιά του προγράμματος.
Η ιδανική συμφωνία
Σε μία ιδανική συμφωνία, κατά την επενδυτική, η Ελλάδα θα συνεχίσει το πρόγραμμα με λιγότερο δημοσιονομική προσαρμογή αλλά περισσότερες μεταρρυθμίσεις σε αντάλλαγμα τη νέα υποστήριξη από την τρόικκα υπό τη μορφή της προληπτικής πιστωτικής γραμμής, την υποστήριξη της ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ, τη συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο QE και τέλος την ελάφρυνση του χρέους μέσα από ένα OSI.
Η BofA θεωρεί ότι ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος αναμένεται να αποτελέσει και το επίκεντρο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της νέας κυβέρνησης και της τρόικας. Από εκεί και έπειτα αυτό θα καθορίσει και τα υπόλοιπα: τις μεταρρυθμίσεις και το OSI.
To φαινόμενο Λούλα
Η έκθεση εξετάζει το φαινόμενο του Λούλα ντα Σίλβα στην Βραζιλία, που και ο ίδιος ως αριστερός συνδικαλιστής είχε αντιμετωπίσει την εχθρική στάση των αγορών πριν τις εκλογές του 2002.
“Αν και το εξωτερικό περιβάλλον της Ελλάδα έχει μεγαλύτερες προκλήσεις, η περίπτωση του Λούλα αποδεικνύει ότι ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να εκπλήξει εξίσου τις αγορές θετικά επιταχύνοντας φιλικές προς την αγορά δομικές μεταρρυθμίσεις.
Το 2002 υπό το φόβο ότι ο Λούλα θα ανέστρεφε την φιλική προς τις αγορές πολιτική της κυβέρνησης του Φερνάντο Καρντόζο αλλά και με τον κίνδυνο να κηρύξει στάση πληρωμών στο εξωτερικό χρέος ασκήθηκαν τεράστιες πιέσεις στην βραζιλιάνικη αγορά που έμειναν γνωστές ως “το φαινόμενο Λούλα”. Η ισοτιμία του Ρεάλ με το δολάριο υποχώρησε 74% απ’ το Μάιο ως τον Οκτώβριο και ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 12,53% εκείνη τη χρονιά από 7,67% το 2001. Τα CDS των βραζιλιάνικων 5ετών ομολόγων είχαν φθάσει μέχρι τον Οκτώβριο στις 3.951 μονάδες από 725 που ήταν τον Απρίλιο.
Από τη στιγμή που εκλέχθηκε, η κυβέρνηση Λούλα γρήγορα έδωσε το μήνυμα ότι θα διατηρούσε την πολιτική προσέγγιση που είχε κληρονομήσει απ’ την προηγούμενη κυβέρνηση. Ο Αντόνιο Παλούτσι, που είχε ισχυρούς δεσμούς με την επιχειρηματική κοινότητα ορίστηκε υπ. Οικονομικών. Ο Χοακίμ Λεβί, τότε επικεφαλής οικονομολόγος του υπουργείου Σχεδιασμού, διορίστηκε γγ Προϋπολογισμού και ο Ενρίκ Μιρέλες, πρώην Προέδρος της FleetBoston Financial έγινε Πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Βραζιλίας. Επιπρόσθετα διατηρήθηκαν στη θέση τους αξιωματούχοι της προηγούμενης κυβέρνησης.
Ένα ακόμα σημαντικό βήμα ήταν μία ανοικτή επιστολή του Λούλα προς τον βραζιλιάνικο λαό στην οποία υποσχόταν ένα μακροοικονομικό τρίπτυχο κυμαινόμενης ισοτιμίας, δημοσιονομικής υπευθυνότητας και στόχου επί του πληθωρισμού.
Με αυτά ως δεδομένα, σύντομα μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε περαιτέρω νομισματική σύσφιξη και η κυβέρνηση πέτυχε μία σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή μέσω ενός πακέτου υψηλότερων φόρων και περικοπών δαπανών. Αυτό επέτρεψε στη Βραζιλία να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα ρεκόρ που έφθασε το 3,9% του ΑΕΠ το 2005 και να αποπληρώσει τα δάνεια που είχε λάβει απ’ το ΔΝΤ δύο χρόνια νωρίτερα απ’ το καθορισμένο. Παράλληλα ο πληθωρισμός υποχώρησε στο 3,14% από 14,47% που ήταν όταν ο Λούλα ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.
Η κυβέρνηση επίσης προώθησε κάποιες μεταρρυθμίσεις, η πιο σημαντική ήταν η μεταρρύθμιση στο χώρο της Δικαιοσύνης που αύξησε τη διαφάνεια και την ταχύτητα της εκδίκασης των υποθέσεων. Επίσης υπήρξε μεταρρύθμιση στα ασφαλιστικά Ταμεία με στόχο να μειωθεί το έλλειμμα απ’ τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων. Παράλληλα ιδιωτικοποιήθηκαν επιλεγμένες ΔΕΚΟ όπως οι σιδηρόδρομοι, εθνικοί δρόμοι αλλά και δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αναφορικά με το εξωτερικό εμπόριο έγινε μεγάλη προσπάθεια στην διεύρυνση του εντός της ζώνης Mercosur στη Λατ. Αμερική.
Η δέσμευση της κυβέρνησής να διατηρήσει τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς και την μακροοικονομική σταθερότητα οδήγησε σε μία βελτίωση της παραγωγής με την αύξηση του ΑΕΠ να είναι κατά μ.ο. 3,5% και 4,6% κατά την πρώτη και δεύτερη θητεία του Λούλα αντίστοιχα, έναντι της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια η Βραζιλία επωφελήθηκε σημαντικά και απ’ την άνθηση των εμπορευμάτων παγκοσμίως, οδηγώντας σε μαζικά εμπορικά πλεονάσματα. Αυτό ήταν αρκετό για τη χώρα να επιτύχει πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών απ’ το 2003 ως το 2007 και τα συναλλαγματικά αποθεματικά να αυξηθούν στο 13,5% του ΑΕΠ από 7,5% πριν.
Η ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και οι καλύτεροι όροι εμπορίου ώθησαν σημαντικά την κατανάλωση και έκαναν ευκολότερο για τη Βραζιλία να επιτύχει ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα παρά τη σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών τη συγκεκριμένη περίοδο. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 64,4% του ΑΕΠ από 77,8% του ΑΕΠ κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Λούλα.
Έτσι με σταθερές επιδόσεις τα προηγούμενα χρόνια η Βραζιλία είχε αρκετό χρόνο για να χαλαρώσει τη δημοσιονομική πολιτική και να προστατεύσει την οικονομική δραστηριότητα κατά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.