Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

H Credit Suisse καλωσορίζει την Ελλάδα στις αναδυόμενες αγορές, αλλά εκτιμά ότι στην πραγματικότητα δεν ανήκει στην κατηγορία αυτή, όπως αναφέρει στην ανάλυσή της “Global Emerging Markets Equity Strategy”.

Η Ελλάδα εγκατέλειψε τις αναδυόμενες αγορές στις 31 Μαΐου 2004 – αναφέρεται στην ανάλυση – και τη στιγμή εκείνη το βάρος της στον δείκτη ανεπτυγμένων αγορών MSCI ήταν 4,7%, ενώ αποτελούσε την ένατη μεγαλύτερη χώρα. Σήμερα, επιστρέφει στο δείκτη με βάρος 0,4% και είναι η 17η χώρα (μόνο το Περού, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Αίγυπτος έχουν μικρότερο βάρος).
Η Credit Suisse ξεχωρίζει τις μετοχές της Folli-Follie, του Τιτάνα και της Εθνικής, που έχουν το μεγαλύτερο ποσοστό εσόδων από το εξωτερικό.

Οι αποτιμήσεις

Επισημαίνει, επίσης, ότι οι ελληνικές μετοχές είναι σε διαπραγμάτευση σε ιστορικό χαμηλό σε σχέση με το book value, σε 80% discount σε σχέση με τις άλλες αναδυόμενες αγορές (το discount είναι 40% εάν εξαιρεθούν οι τράπεζες). Ωστόσο, αν ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις 12μήνου για τα κέρδη τότε ο δείκτης τιμών προς κέρδη (P/E) φτάνει σε premium 140% για το σύνολο της ελληνικής αγοράς σε σχέση με τις άλλες αναδυόμενες αγορές. Ακόμα και εάν εξαιρεθεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας, η ελληνική αγορά παραμένει σε premium 25% σε σχέση με τις άλλες αναδυόμενες.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, η Ελλάδα δεν καλύπτει ορισμένες από τις βασικές τυπικές προϋποθέσεις για τις αναδυόμενες αγορές, όπως οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης στο ΑΕΠ και τα εταιρικά κέρδη, η δημογραφική δυναμική, ο χαμηλός βαθμός αστικοποίησης, αλλά και η ανταγωνιστικότητα. Επιπλέον, σε αντίθεση με άλλες αναδυόμενες έχει υψηλό χρέος και χαμηλή εισροή ξένων επενδύσεων.

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την ανάλυση της Credit Suisse, η ελληνική αγορά, παρότι ανήκει στην περιφέρεια της ευρωζώνης, προσφέρεται λιγότερο για να επενδύσει κάποιος στην ανάκαμψη της ευρωζώνης, δεδομένου ότι οι αγορές της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Ουγγαρίας υπεραποδίδουν καλύτερα σε σχέση με τον MSCI Europe.

Οι μετοχές

Στην ανάλυση γίνεται ξεχωριστή αναφορά στις μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, του Τιτάνα και της Folli-Follie, καθώς παράγουν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους εκτός Ελλάδας (59%, 79% και 54% αντίστοιχα). Τα έσοδα από το εξωτερικό για την Εθνική προέρχονται κυρίως από τη θυγατρική της στην Τουρκία Finansbank, του Τιτάνα από τις πωλήσεις σε Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειο και Βόρειο Αμερική, και της Folli-Follie από το δίκτυο πωλήσεων σε 28 ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες. Και οι τρεις αυτές μετοχές, επισημαίνεται, αντιστοιχούν σε κάτι λιγότερο από το 25% του ελληνικού βάρους στο δείκτη.

Τα μάκρο

Η Credit Suisse αναφέρεται στην πρόοδο στα μακροοικονομικά της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι αναμένεται επιστροφή στην ανάπτυξη, ενώ καταγράφεται ήδη επιστροφή του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής σε θετικό έδαφος, αλλά σημειώνει ότι θα χρειαστεί να δώσει “σημεία ζωής” ο καταναλωτής, καθώς οι λιανικές πωλήσεις και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης παραμένουν σε αρνητικό έδαφος.

Παρατηρεί, επίσης, ότι το εξωτερικό έλλειμμα (ισοζύγιο πληρωμών) προβλέπεται να περιοριστεί σε 0,5% το 2014, αλλά αναφέρει ότι ενώ άλλες χώρες της περιφέρειας (Πορτογαλία, Ιρλανδία αλλά και Ιταλία, Ισπανία) επέστρεψαν σε πλεονασματικό εξωτερικό ισοζύγιο χάρη στην έκρηξη των εξαγωγών, η Ελλάδα το κατάφερε χάρη στην κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, η οποία προκάλεσε μείωση των εισαγωγών.

Οι τράπεζες

Σύμφωνα με την ανάλυση της Credit Suisse, οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι ακόμη πλήρως ανακεφαλαιοποιημένες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας -αναφέρεται στην έκθεση- για να αυξηθεί το κεφάλαιο πρώτης ποιότητα (core tier one) στις δύο λιγότερο κεφαλαιοποιημένες τράπεζες (Εθνική και Eurobank) στο χαμηλότερο επίπεδο από τις άλλες δύο που είναι καλύτερα κεφαλαιοποιημένες (δηλαδή στο 12,5%) θα χρειαστούν κεφάλαια 3,6 δισ. ευρώ, ή το 24% και το 39% του μετοχικού κεφαλαίου για την Εθνική και την Eurobank αντίστοιχα.

Με βάση τη μέθοδο ανάλυσης HOLT που χρησιμοποιεί η Credit Suisse, το συνολικό περιθώριο ανόδου (warranted upside) σταθμισμένο με βάση την κεφαλαιοποίηση για τις 10 μετοχές που συμμετέχουν στο δείκτης είναι μόλις 1%, αλλά ποικίλλει από -31% για τον ΟΠΑΠ έως 27% για την Alpha Bank και 25% για την Τράπεζα Πειραιώς.