Παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια στην Ελλάδα έχουν πλέον σχεδόν συγκλίνει με εκείνα της υπόλοιπης περιφέρειας της Ευρωζώνης, η πραγματική εικόνα για τις επιχειρήσεις –και ειδικά τις μικρομεσαίες– παραμένει σαφώς πιο δύσκολη: τα δάνεια υπάρχουν, αλλά η πρόσβαση σε αυτά εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ειδικής μελέτης που εκπόνησε το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ). Η μελετη αποτυπώνει μια αγορά χρηματοδότησης που βελτιώνεται μεν, αλλά εξακολουθεί να «κόβει» μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής βάσης.

Η ανάλυση δείχνει ότι μετά το 2022 καταγράφεται σαφής αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού και σύγκλιση με τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας, φτάνοντας το 2025 σε σχεδόν πλήρη εξίσωση. Ωστόσο, το πρόβλημα μεταφέρεται αλλού: τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων παραμένουν υψηλότερα στην Ελλάδα, ενώ οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων εξακολουθούν να κινούνται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ακόμη και μετά τη βελτίωση των τελευταίων ετών.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν δει κανείς ποιοι πλήττονται περισσότερο. Οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις –που αποτελούν το 99,9% της αγοράς και στηρίζουν τη συντριπτική πλειονότητα της απασχόλησης– είναι αυτές που αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα εμπόδια. Σε πολλές περιπτώσεις, η πιθανότητα να «σκοντάψει» μια επιχείρηση σε χρηματοδοτικό εμπόδιο παραμένει έως και διπλάσια σε σχέση με αντίστοιχες επιχειρήσεις της ευρωζώνης, ακόμη και στη φάση της ανάκαμψης.

Πίσω από αυτή την εικόνα, η έκθεση καταγράφει συγκεκριμένους λόγους που λειτουργούν ως «κόφτες» στη χρηματοδότηση: μικρό μέγεθος επιχείρησης, πτώση τζίρου, αδύναμη κεφαλαιακή βάση, επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και –κυρίως– η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν ρίσκο. Με απλά λόγια, ακόμη και όταν υπάρχει ρευστότητα, δεν φτάνει εύκολα εκεί που χρειάζεται.

Αντίφαση

Την ίδια στιγμή, η ανάλυση δείχνει μια σημαντική αντίφαση: τα τελευταία χρόνια η διαθεσιμότητα δανειακών κεφαλαίων έχει βελτιωθεί σημαντικά και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνει ακόμη και τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Παρ’ όλα αυτά, το «φίλτρο» των τραπεζών παραμένει αυστηρό, κρατώντας εκτός χρηματοδότησης ένα μεγάλο μέρος της αγοράς. Πρόκειται για ένα διαρθρωτικό πρόβλημα, που δεν αφορά πλέον μόνο το κόστος, αλλά την ίδια την πρόσβαση.

Σε αυτό το περιβάλλον, το Γραφείο Προϋπολογισμού επισημαίνει ότι η επόμενη φάση για την οικονομία δεν είναι απλώς η μείωση των επιτοκίων, αλλά η ουσιαστική άρση των περιορισμών στη χρηματοδότηση. Χωρίς αυτή, επενδύσεις, παραγωγικότητα και ανάπτυξη θα συνεχίσουν να κινούνται με χαμηλότερη ταχύτητα από τις δυνατότητες της οικονομίας, ιδιαίτερα για καινοτόμες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν ισχυρές εξασφαλίσεις.

Η λύση που προκρίνεται είναι διπλή: περισσότερος ανταγωνισμός στο τραπεζικό σύστημα και ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης – από κεφαλαιαγορές έως νέα εργαλεία για μικρές επιχειρήσεις. Γιατί, όπως δείχνει η έκθεση, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι πλέον αν υπάρχουν χρήματα στην αγορά, αλλά ποιος τελικά μπορεί να τα πάρει.

Διαβάστε ακόμη

Τραμπ στο Fox News: Πιθανή μια συμφωνία με το Ιράν έως τη Δευτέρα, αλλιώς σκέφτομαι να τα τινάξω όλα στον αέρα (vids)

Γιάννης Τιμαγένης: «Η ασφαλιστική αγορά έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ προτού τα κλείσουν οι πύραυλοι»

Τέλος στις διεκδικήσεις του Δημοσίου για παλιούς τίτλους ιδιοκτησίας

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα