Οι αγορές υποδέχθηκαν με ανακούφιση τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, με τα χρηματιστήρια να καταγράφουν άνοδο και τις τιμές του πετρελαίου Brent να υποχωρούν απότομα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κορυφαίο οικονομολόγο Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να θεωρηθεί ότι οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία έχουν εκλείψει.
«Η διαρκής ανακούφιση για την παγκόσμια οικονομία θα εξαρτηθεί από το πώς οι ΗΠΑ και το Ιράν θα διαχειριστούν τις βαθιές επιχειρησιακές και πολιτικές πολυπλοκότητες που συνεπάγεται η συμφωνία τους», ανέφερε ο Ελ-Εριάν στο Business Insider.
Όπως σημείωσε, οι επόμενες εβδομάδες θα καθοριστούν από τη σταδιακή αξιολόγηση του κατά πόσο η ανανεωμένη διπλωματία μπορεί να αντέξει απέναντι στις σκληρές γεωπολιτικές πραγματικότητες.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Κυριακή μια προκαταρκτική συμφωνία με το Ιράν, ενώ υπεγράφη και το μνημόνιο κατανόησης. Οι επενδυτές είχαν ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη ψυχραιμία τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή από τα τέλη Μαρτίου, ωστόσο η ανακοίνωση της συμφωνίας ενίσχυσε περαιτέρω το θετικό κλίμα στις αγορές, οδηγώντας παράλληλα σε πτώση τις αποδόσεις των ομολόγων και τις τιμές της ενέργειας.
Παρ’ όλα αυτά, ο Ελ-Εριάν εντοπίζει τέσσερις κρίσιμους παράγοντες που εξακολουθούν να απειλούν την ομαλή επιστροφή της παγκόσμιας οικονομίας στην κανονικότητα.
Οι ασαφείς λεπτομέρειες της συμφωνίας
Το πρώτο ζήτημα αφορά το περιεχόμενο του μνημονίου κατανόησης, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδιευκρίνιστο. Ο Ελ-Εριάν υπογραμμίζει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η μετατροπή ενός γενικού πολιτικού μνημονίου σε μια λεπτομερή και μόνιμη συμφωνία με σαφείς δεσμεύσεις και μηχανισμούς εφαρμογής.
Την ίδια στιγμή, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς παραδέχθηκε ότι «πολλές σημαντικές λεπτομέρειες» παραμένουν υπό διαπραγμάτευση. «Υπάρχουν πολλά κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να διευθετηθούν», δήλωσε σε συνέντευξή του στο CNBC, τονίζοντας παράλληλα ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «όλα τα χαρτιά» στις διαπραγματεύσεις.
Παρότι το πλήρες κείμενο του μνημονίου δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, δημοσιεύματα του Bloomberg και του CNN έκαναν λόγο για σχέδιο συμφωνίας 14 σημείων. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται πλήρης κατάπαυση του πυρός, συμπεριλαμβανομένου του μετώπου του Λιβάνου, περίοδος 60 ημερών για τη διαπραγμάτευση οριστικής συμφωνίας με δυνατότητα παράτασης, άρση του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ και δέσμευση του Ιράν ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, εξετάζεται και η δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης ύψους 300 δισ. δολαρίων με χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ και περιφερειακούς εταίρους. Ο Τραμπ απέρριψε αρχικά τις σχετικές αναφορές ως «ψευδείς», ενώ αργότερα δήλωσε ότι το Ιράν θα μπορούσε να επωφεληθεί από τέτοια χρηματοδότηση μόνο εφόσον «κάνει τα σωστά πράγματα».
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η παρούσα συμφωνία δεν είναι οριστική. «Είναι ένα μνημόνιο κατανόησης. Αν δεν μου αρέσει, θα επιστρέψουμε στο να τους πυροβολούμε και να ρίχνουμε βόμβες στα κεφάλια τους», είπε χαρακτηριστικά.
Ο απρόβλεπτος παράγοντας του Ισραήλ
Το δεύτερο ζήτημα αφορά τη στάση των περιφερειακών δυνάμεων και ιδιαίτερα του Ισραήλ.
«Οι αντιδράσεις διεθνών και περιφερειακών παραγόντων μπορούν είτε να ενισχύσουν είτε να υπονομεύσουν αυτή την εύθραυστη ειρήνη», σημειώνει ο Ελ-Εριάν. Οι ευρωπαϊκές χώρες και οι περισσότερες αραβικές κυβερνήσεις έχουν ισχυρό κίνητρο να στηρίξουν τη συμφωνία, καθώς επιθυμούν να τερματιστεί το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος.
Ωστόσο, το Ισραήλ παραμένει κρίσιμος παράγοντας. Οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο αποτέλεσαν επανειλημμένα σημείο τριβής σε προηγούμενες προσπάθειες εκεχειρίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Ακόμη και μετά την έναρξη των συνομιλιών, υπήρξαν αναφορές για ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο, παρά τις αμερικανικές προσπάθειες αποκλιμάκωσης. Ο ίδιος ο Τραμπ, μιλώντας στη σύνοδο της G7, αναγνώρισε ότι το Ισραήλ υπήρξε «καλός εταίρος», προσθέτοντας όμως πως «θα μπορούσε να κάνει πολύ καλύτερη δουλειά» όσον αφορά τη διαχείριση της Χεζμπολάχ.
Κατά τον Ελ-Εριάν, σαφή μηνύματα από το Ισραήλ υπέρ της τήρησης της εκεχειρίας θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά την εμπιστοσύνη των αγορών και να επιταχύνουν την επιστροφή στην οικονομική ομαλότητα.
Η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση
Το τρίτο ζήτημα αφορά τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργία των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και των ενεργειακών ροών.
«Η ταχύτητα της εξομάλυνσης θα είναι καθοριστική για την αποκατάσταση της παγκόσμιας οικονομικής υγείας», επισημαίνει ο οικονομολόγος. Όπως εξηγεί, η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να ολοκληρωθεί άμεσα.
Η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων για τα πλοία, οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών και η επανεκκίνηση της ενεργειακής παραγωγής απαιτούν χρόνο και συντονισμό.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες μέχρι οι διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ να επανέλθουν στα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την πολεμική κρίση.
Οι μόνιμες «ουλές» στην οικονομία
Το τέταρτο ζήτημα αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις που ενδέχεται να παραμείνουν ακόμη και μετά την επίτευξη οριστικής συμφωνίας. Ο Ελ-Εριάν προειδοποιεί ότι η κατάπαυση του πυρός δεν εξαλείφει αυτόματα τις ζημιές που έχει ήδη προκαλέσει η κρίση.
«Η εκεχειρία δεν αναστρέφει αυτόματα τις αρνητικές συνέπειες, όπως η αύξηση του κόστους σε παγκόσμιο επίπεδο, μέρος της οποίας δεν έχει ακόμη εμφανιστεί πλήρως, ιδιαίτερα στον τομέα των τροφίμων», σημειώνει.
Την ίδια στιγμή, αναγνωρίζει ότι η κρίση ώθησε κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους, δημιουργώντας εναλλακτικές ενεργειακές αλυσίδες εφοδιασμού και αυξάνοντας τα στρατηγικά αποθέματα.
Τέλος, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα χρειαστεί να αξιολογήσει τόσο τις πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσε ο πόλεμος όσο και τον βαθμό στον οποίο η συμφωνία θα συμβάλει στην αποκλιμάκωσή τους, καθώς και το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την πλήρη επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας.
Διαβάστε ακόμη
Motor Oil: Πώς η κρίση στη Μέση Ανατολή ισχυροποιεί τον κλάδο των καυσίμων
Το Μαρούσι αποκτά το δικό του ολοκληρωμένο resort πόλης με επένδυση 380 εκατ. (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
