Πολύ σπάνια συμβαίνει να νιώσεις νοσταλγία για κάτι που δεν γνώρισες ποτέ και ακόμη πιο σπάνιο το να αποτελεί αυτό το αντικείμενο του νόστου σου ένα κομμάτι του συλλογικού ασυνείδητου. Ο Ελαιώνας που δεν υπάρχει πια, το «ιερόν άλσος» της θεάς Αθηνάς, το φόντο πάνω στο οποίο σκιαγραφήθηκαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της πόλης, είναι ένα απ” αυτά τα κοινά και ευαίσθητα σημεία που μας ενώνουν όλους εμάς που καταγόμαστε ή απλά έχουμε μεγαλώσει στην Αθήνα.
Σήμερα, μέσα στη γενικότερη πίεση και σύγχυση που βιώνουμε καθημερινά, είναι άξιο απορίας πώς ακόμη ακτινοβολεί μυστικά αυτός ο ελαιώνας που δεν έχει ούτε μία ελιά, και που το μεγαλύτερο κομμάτι του έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα εργοτάξιο εκσυγχρονισμένου δουλεμπορίου. Στον Βοτανικό -μέρος του παλιού ελαιώνα- θα συναντήσει κανείς όλους αυτούς τους μετανάστες που δουλεύουν για ένα πιάτο φαΐ, scrap, sex trafficking, βιομηχανίες, βρώμικο κρέας, σκυλάδικα… Εκεί όπου άλλοτε «κάθε ελαιόδενδρο ήταν τέμενος της θεάς Αθηνάς».
Ονειρευτήκαμε το ELAIώNAS Festival σαν ένα τρόπο επανασύνδεσης με το μυστικό πρόσωπο της Αθήνας. Επειδή ζούμε σε μία εποχή όπου «τα πρόσωπα» εξαλείφονται, και όπως έλεγε η φιλόσοφος Χάνα Αρεντ, «το απόλυτο κακό είναι η απουσία του προσώπου», νιώθω πως είναι ανάγκη να θυμηθούμε σήμερα περισσότερο από ποτέ τα χαρακτηριστικά αυτού του προσώπου. Παρατηρώ πως η απουσία του ελαιώνα, η συνείδηση της εγκληματικής καταστροφής του τον τελευταίο αιώνα, μας σπρώχνει να συνειδητοποιήσουμε τη δική μας σύγχυση, την απουσία του δικού μας προσώπου. Χωρίς να μπορώ να δώσω μία λογική εξήγηση, από τη στιγμή που άρχισα να αποκτώ συνείδηση του πού ακριβώς ζούμε, πώς ήταν εδώ στ’ αλήθεια πριν από μερικές μόνο δεκαετίες, μέσα σε ποια ατμόσφαιρα, σε ποιο μαγικό περιβάλλον ζούσαν οι κάτοικοι αυτής της πόλης, ειλικρινά άρχισα να νιώθω πιο δυνατή και περιέργως πιο αισιόδοξη.
Ακούγεται παράδοξο, θα περίμενε κανείς να νιώσω χειρότερα συγκρίνοντας το χτες με το σήμερα, αλλά τελικά η κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα άγνοιας, έλλειψης μνήμης, αποκοπής από κάθε σημείο αναφοράς. Ακόμη και το να απορρίψει κανείς το παρελθόν του προϋποθέτει ότι το γνωρίζει. Αλλιώς στερεί από τον εαυτό του τη δυναμική της προσωπικής του ταυτότητας. Κι αυτή η ταυτότητα αντανακλάται σε ό,τι κάνουμε και στην τέχνη μας πρωτίστως.
Οπως βέβαια και η έλλειψή της, που συνήθως οδηγεί σ’ ένα μιμητισμό στα όρια της καρικατούρας. Ετσι γέμισε ο τόπος από «Βερολινέζους από το Κρυοκούκι» – δεν θυμάμαι πού είχα διαβάσει αυτόν τον τόσο εύστοχο χαρακτηρισμό: νέους ανθρώπους που ντρέπονται σχεδόν που είναι Ελληνες, δεν θέλουν να γράφουν ελληνικούς στίχους, δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την πολιτισμική παράδοση της Ελλάδας σε κανένα επίπεδο, ούτε μουσικό, ούτε λογοτεχνικό, ούτε και πνευματικό βέβαια… Και οτιδήποτε έρχεται από την Ευρώπη τους φαίνεται πάντα πιο ενδιαφέρον και πιο σικ ή πιο ιν. Κρύβει φυσικά μία αρρώστια αυτή η αυτοαπόρριψη, όσα δίκια κι αν έχουμε να ντρεπόμαστε για τους Νεοέλληνες.
Ο δρόμος δεν είναι αυτή η αυτοακύρωση. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ο δρόμος είναι η ψηλάφηση της μνήμης και της φωτεινής μας ρίζας. «Μνημοσύνην καλέω» λοιπόν, καλούμε για την ακρίβεια, όλοι εμείς της δημιουργικής ομάδας αυτού του φεστιβάλ θέλοντας να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο αφύπνισης όλων των Αθηναίων και όχι μόνο…
Πηγή: metropolispress.gr

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.