Το κρίσιμο ερώτημα αυτής της περιόδου είναι εάν το Ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο και τι μπορεί να γίνει για την ελάφρυνση του.
Ας θυμηθούμε για λίγο την Ελληνική ιστορία. Μετά τη χρεοκοπία του 1893 επί Τρικούπη, τις ατελέσφορες συζητήσεις με τους Ευρωπαίους δανειστές για τρία χρόνια και τον αδικαιολόγητο και ταπεινωτικό πόλεμο με την Τουρκία, υπογράφηκε to 1897 χρηματοδότηση 170 εκατ. χρυσών φράγκων, της όποιας οι τελευταίες δόσεις εξοφληθήκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 (η πράξη κατάργησης του Διεθνούς Οικονομικού Έλεγχου, του συνδεδεμένου με τa δάνεια αυτά, πραγματοποιήθηκε το 1978, μετά από ακριβώς 80 χρόνια).
Δηλαδή τα δάνεια αυτα είχαν διάρκεια περισσότερο από 80 χρόνια και στη διάρκεια αυτή η Ελλάδα άλλαξε δραστικά, τόσο ως μέγεθος χώρας, όσο και ως οικονομική δύναμη, παρά τους τρείς πολέμους που συμμετείχε. Άρα αναδιάρθρωση χρέους δεν είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει με τους Ευρωπαίους δανειστές, για να δοθεί διέξοδος στο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.
Ας έλθουμε στο σήμερα. Υπάρχουν χώρες παρομοίου μεγέθους με την Ελλάδα (π.χ. Ολλανδία), με μεγαλύτερο χρέος από το Ελληνικό, χωρίς όμως πρόβλημα στην εξυπηρέτηση του, γιατί απλά το ΑΕΠ τους είναι αρκετά μεγάλο. Άρα το απόλυτο νούμερο του χρέους δεν είναι το κρίσιμο ζήτημα. Tο ζητούμενο είναι να αυξηθεί το ΑΕΠ της χώρας, χωρίς να αυξηθεί το χρέος, μέσω δημιουργίας μικρών έστω πλεονασμάτων. Έτσι ο λόγος χρέος προς ΑΕΠ θα μειώνεται διαχρονικά και το Ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο.
Το χρέος δεν είναι βιώσιμο μόνον εάν υποθέτουμε συνέχιση τους στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης και ελλείμματα, δηλαδή η χώρα να παραμείνει στις παλιές κακές συνήθειές της. Η λύση σε αυτό είναι ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης με ιδιωτικές επενδύσεις και απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας, χωρίς τον χρόνιο κρατισμό. Άλλωστε η δυνατότητα Κευνσιανης πολιτικής και τόνωσης της ζήτησης με δανεικά χρήματα έχει πια τελειώσει.
Το χρέος μπορεί να μειωθεί με haircut, αλλά κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ότι μπορεί να εγκριθεί από τα κοινοβούλια των Ευρωπαϊκών κρατών, γιατί έρχεται σε αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα.. Υπάρχει όμως εναλλακτικά και η αναδιάρθρωση του χρέους, χωρίς αυτό να μειωθεί ως απόλυτος αριθμός. Έτσι λοιπόν θα μπορούσε να γίνει μια συμφωνία αναδιάρθρωσης, με την οποία:
. το χρέος θα επιμηκυνθεί π.χ. πενήντα χρόνια, όταν σήμερα οι διάρκειες για τα δύο μεγάλα Ευρωπαϊκά δάνεια είναι 16 χρόνια (για τα 52.9 δις των διμερών δανείων), 26 χρόνια (για τα 141.9 δις του EFSF) και 30 χρόνια για το νέο δάνειο από το νέο Μνημόνιο.
. θα παραμείνουν τα σημερινά χαμηλά επιτόκια, ίσως μάλιστα να μπορεί να επιτευχθεί και κάποια περαιτέρω μικρή μείωση τους. Υπενθυμίζουμε ότι τα σημερινά επιτόκια είναι 1.8% και 0.6% για τα δύο μεγάλα Ευρωπαϊκά δάνεια και 1.0% για το δάνειο του τρίτου μνημονίου.
. θα επεκταθεί η περίοδος χάριτος και στα άλλα Ευρωπαϊκά δάνεια, πέραν των 145 δις που έχουν ήδη περίοδο χάριτος μέχρι το 2022.
Με βάση αυτήν την αναδιάρθρωση, τα χρεολύσια θα μειωθούν ακόμα περισσότερο και θα γίνει ευκολότερη η εξυπηρέτηση του χρέους και η παροχή ρευστότητας σε αναπτυξιακά έργα. Ας θυμηθούμε ότι το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους είναι σήμερα περίπου 5 δις ευρώ σε σύγκριση με 15 δις πριν το PSI και τη χρηματοδότηση από τους Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Ταυτόχρονα, το χρέος σε όρους παρούσας αξίας θα μειωθεί λόγω μακριάς διάρκειας και χαμηλών επιτοκίων. Επισημαίνουμε ότι ακόμα και η σημερινή κυβέρνηση έχει αναφερθεί εγγράφως ότι το χρέος σε παρούσα αξία είναι στην πραγματικότητα σήμερα το 135% του ΑΕΠ, αντί του 170% που είναι θεωρητικά.
Η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας αναδιάρθρωσης θα λειτουργήσει τέλος θετικά για τις αγορές, καθώς ισοδυναμεί με ελάφρυνση του χρέους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει, μαζί με μέτρα οικοδόμησης επενδυτικής εμπιστοσύνης, στη δυνατότητα της χώρας να βγει στις αγορές, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο για την απεξάρτηση της από τον υπάρχοντα δανεισμό.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.